Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΑΝΟΥ


Σαρανταένα απόβραδο και Μάης
Που ο Στελιανός με τον Κωστή γυρίσαν….

Τους ώμους τους τουφέκια  λάφυρα
 Απ’ τον οχτρό  βαραίνουν
Τους ώμους τους βαραίνει το γραμμένο…

Πως καμαρώνει η Στυλιανούδαινα
-Άντρα και γυιό αντρειωμένο-
Ανύποπτη την αυριανή της πίκρα
Η βαριόμοιρη…

Τ’ άλλο πρωί κινήσανε χωστά και χώρια
Ο Στελιανός  έθαψε το τουφέκι
Πίσω γύρισε…

Από γκρεμνά και μονοπάτια δύσβατα
Πήρε ν’ ανηφορίζει ο  Κωστής στα δεκαοχτώ του..
 για την κορυφή, για του Καλλέργη….

Γερμανικό τουφέκι  κρέμεται στον ώμο του
Παίνιο και καταδίκη του…

Μαύρο φαρί το μαύρο ριζικό του
Στη σέλλα του τον κάθισε
Μαύρα λιθάρια τα που πατεί και πάει….
Μαύρο πουλί ο θάνατός του την χέρα τού  κρατεί

Σαρανταένα , Σεπτέμβρης και πανσέληνος
Κι οι άλλοι   που πάντα τους το θάνατο σχεδιάζουν
ως τη μικρή του λεπτομέρεια
Κείνη τη νύχτα  ορίσαν την εξόρμηση  στα πάνω μέρη..

 Κείνη τη νύχτα ο Κωστής του Στελιανού
 εκεί στον κούμο του Καλλέργη
Μόνος και ξέγνοιος κείτεται..

Με το αποδιαφώτισμα  εφτάσαν και τον ζώσαν

Μ’ άγριες φωνές και με τις λόγχες μπήκαν…
Στον τοίχο το τουφέκι ακουμπισμένο ….

Πως γέμισαν τα μάτια τους με κάμες..
Πως έκοψαν στη  μέση τ’ όνειρο

Κέντησαν άστρα στο κορμί του
Κλάμα πνιχτό και ξέπνοο αίμα ρόδι
Τρόμος που βάφει τις κορφές  και κόκκινη  τη νύχτα

Φτενό αεράκι φύσηξε μουρμουρητό
Που πήρε γύρω  τα βουνά το Βολακιά το Γκίγκιλο
Μαύρα πουλιά μαύρα μαντάτα στους συντρόφους…

Πικρά φτερούγισαν και φύγαν  κατά της Στυλιανούδαινας

Ο λόγος δεν απόσωσε κι εστάθη αμίλητη κι αδάκρυτη
Η μάννα πόνος ξέπλεκος ανέσπα τα μαλλιά της……

Λάκκοι Κυδωνίας 21.08.2011

Δημοσίευση σχολίου