Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

ΚΙ ΗΤΑΝΕ ΤΟΤΕ ...

Κι ήτανε τότε

πού πίσω καίγανε τα σπίτια μας
που πίσω σφάζανε στα σπίτια μας κι εμείς τρέχαμε
τόσο αίμα  στο κατόπι μας
ρόγχοι και βογγητά κι ο Θάνατος
και στοιβαζόμασταν στην άκρη από τη θάλασσα
κι είχαμε ακούσει για το σκοινί του πατριάρχη
και βλέπαμε μακριά τις φωτιές
από τα αρμένικα τα σπίτια
 και ύστερα βλέπαμε τις φωτιές
από τα δικά μας τα σπίτια
και πέφταμε στο νερό να φτάσουμε
τις βάρκες να φτάσουμε στα ξένα τα καράβια
άλλους μας πρόλαβαν άλλοι πνίγηκαν
χρόνια μετά ψάχναμε τα παιδιά μας
ψάχναμε τις μαννάδες μας
ψάχναμε τη ρίζα μας την πότιζε η πίκρα
 την ψυχή μας ψάχναμε  αβάσταχτο ντέρτι
 η προσφυγιά

κι ήτανε  όπως  και τώρα

 που φεύγουμε  βαδίζοντας νύχτα
ώρες πολλές άντρες γυναίκες και παιδιά μικρά
που περνάμε χώρες και χώρες από κρυφά μονοπάτια
που εμπιστευόμαστε τις ζωές μας σε ξένα χέρια
μας εγκαταλείπουν στα μισά της θάλασσας
ξανά στα  ξένα καράβια η ελπίδα μας
 ξανά ψάχνουμε στην άλλη μεριά του πέλαγου την ελπίδα μας
γεμίσαμε  κουφάρια τη θάλασσα της ελπίδας μας
τη θάλασσα ανάμεσα στη νύχτα και την ελπίδα μας
τίποτα δε μας έμεινε, αδειάσαμε  μέσα μας
 ικέτες και επαίτες ξανά για μια μπουκιά για μια γωνιά
 για ένα στρωσίδι είναι η μοίρα των φτωχών να νοιάζονται
 άλλους  φτωχούς και άλλους κατατρεγμένους
 ο τηλωμένος  αποστρέφει το βλέμμα
κι ύστερα ξανά σε στρατόπεδα  «φιλοξενίας»
ξανά συρματοπλέγματα  «φιλοξενίας»
τα όνειρά μας τα κλειούνε πάλι σίδερα
μετράμε τις ζωές μας, μόνο πικρές στιγμές ….

ΑΘΗΝΑ 20/4/2015

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

ΔΕΣΜΩΤΗΣ

ΔΕΣΜΩΤΗΣ

Ευλαβούμαι Σε
Προσκυνώ Σε
Σκύβω το κεφάλι

Χρόνους τριάντα τρεις
αιώνες πόνου βάρυναν τους ώμους σου…
Αιώνες πόνου ζαλωμένος
στο ανηφόρι   …

Γυιέ του ανθρώπου
πληγιάσανε τα χείλια σου
πέτρες  και πετριές
 ματώσανε τα πόδια σου
αιώνες σηκώνεις το Σταυρό
αιώνες πάνω στο Σταυρό
αιώνες δεμένος στο βράχο
το συκώτι σου που τρώει το όρνιο
η λόγχη στο πλευρό Σου

Γυιέ  του ανθρώπου
Συ μου  ‘δωσες τη φωτιά και την  αγάπη
Συ μου ‘δωσες την ελπίδα και τη συγχώρεση
Μάρτυρας και μάρτυράς μου
στη ζωή και το θάνατο
κρανίου τόποι οι δρόμοι μου
με είδες να πεθαίνω στην Αθήνα
 τότε και τώρα να ψάχνω στα σκουπίδια
 είδες να με καίνε στ’ Ανώγεια και στην Κάντανο
στο Δίστομο με σφάξανε κι είσαι μαζί μου
κάθε που ανεβαίνω  στο Σταυρό και στην κρεμάλα
τόσες φορές αντίκρυ στις κάννες των αποσπασμάτων
κι εγώ σε νοιώθω δικό μου και όμορφο σαν Έλληνα

Ήμουν μαζί Σου σκλάβος στις φυτείες του Νότου
Σε πυροβολούν πισώπλατα στις πολιτείες του Νότου
πήρες το μαύρο χρώμα μου
Παιδάκι προσφυγόπουλο στο χώμα που σε γέννησε
το παιδί που πεινάει
το παιδί που σηκώνει τα χέρια
το παιδί το πεντάρφανο

Είναι πολύ το κόκκινο στον τόπο που σε γέννησε

κι εσύ ανεβαίνεις  γυμνός και προδομένος
απαρνημένος μια και δυο
 και τρεις απαρνημένος
το πλήθος που σε δόξαζε
και τώρα σε χλευάζει

ο Άνθρωπος στο πλήθος κρύβεται
ο Άνθρωπος στο πλήθος χάνεται

 έτοιμος να σου δέσει τα χέρια
 έτοιμος να σου δέσει τα πόδια
Ξύδι και χολή  «ου γαρ οίδασι …» είπες
ότι Συ ο Αμνός ο «αίρων την αμαρτίαν…»
ότι Συ το φως ο Κόσμος τούτος

Οδήγησέ με Κύριε …
Ώσπου να βγω στη Θάλασσα
και να σβηστώ στο φως Σου …

ΑΘΗΝΑ 8/4/2015

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

ΑΠΡΙΛΗΣ

Τραγούδια μύρια λούλουδα η Άνοιξη
 φουντώνει  αγρύπνιες πεθυμιές
στων κοριτσιών  τους  κόρφους…
Ηδονές  αλύτρωτες που τις κεντρίζει
 το αίμα  και βασανίζουν το κορμί

Όργοι  κι  οργιώδεις οργασμοί…

«Απρίλης , Άνοιξη καιρός…»…

Μα εγώ θυμάμαι τρείς Συνταγματάρχες
Φόβους θυμάμαι…

«την Άνοιξη ποιος πρόδωσε…»
και τη φρουρούν ξανά χωροφυλάκοι…
Ανθρώπους δεμένους
χρόνους εφτά  και βάσανα …

Μνήμη μου που με ‘ξορίζεις πάλι…

Κι αν καρτερούμε τη Λαμπρή
είναι γιατί δεν ήρθε

«Ακόμη τούτη η Άνοιξη…»

κι αν καρτερούμε λευτεριά
είναι γιατί δεν ήρθε…

Τούτος ο μήνας  πέφτει  πάντα των Παθών…
Φορεί στεφάνι αγκάθινο  καρφιά
στα χέρια του στα πόδια

Πάλι εν μέσω ληστών  επί ξύλου λαέ μου
 ως και τη θάλασσα πήραν…
Ο Απρίλης πικρός σαν ξενητειά
και σα φοβέρα…

Παίρνει  τα χρόνια μας…  τα παιδιά μας…


ΑΘΗΝΑ 1/4/2015