Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Η ΑΜΠΛΆ ΝΟΥΡΙΓΙΈ ΔΙΗΓΆΤΑΙ

"Hal  il  kout" ( άσε κάτω το κουτί ) φωνάζανε ο ένας στον άλλο οι πρόγονοί μου κάτω στο λιμάνι, βαστάζοι οι πιο πολλοί, κουβαλάγανε στην πλάτη τους   βαριά φορτία για μια μπουκιά ψωμί. Τους άκουγε ο κόσμος τούρκοι και κρητικοί  και τους είπαν κοροϊδευτικά χαλικούτηδες.  Καραβιές σκλάβους τους είχανε φέρει κατά καιρούς οι Μπερμπερίνοι και τους είχαν πουλήσει , τους πιο πολλούς στα  Χανιά. Τους πρώτους από μας αγοράσανε οι Ενετοί.   Άλλοι πάλι ξώμειναν απομεινάρια  του στρατού του Ιμπραήμ, και άλλους  τους έφεραν λίγο πριν την ανακήρυξη της Κρητικής Πολιτείας.

Τους δικούς μου τους φέρανε από τους τελευταίους.  Ήταν η μέρα που οι γυναίκες  στο χωριό, στην Κένυα -  η μάννα μου μού τα είπε που τα είχε ακούσει απ’ τη γιαγιά μου- κατέβαιναν στο  ρέμα, κοντά εκεί που ‘βγαινε στη θάλασσα, να πλύνουν τα σκουτιά ,  μια παρέα όλες τους και τα παιδιά  πλατσούριζαν στα νερά παίζανε και τις βοηθάγανε. Ούτε που είδαν πως βγήκαν,  πως τις άρπαξαν οι πειρατές, πως μάζωξαν τους άντρες τους, πως βρέθηκαν στη μπρατσέρα για την Κρήτη. Την οικογένεια μου την αγόρασαν Τούρκοι. Τον προ προπάππο μου οι Τούρκοι  τον είπανε Αχμέτ. Επίθετο οι σκλάβοι δεν είχαμε. Κάτω από τ’ αριστερό μπράτσο είχε το σημάδι του σκλάβου.. Μ’ αυτό  έζησε μ’ αυτό πέθανε. Πούλησαν τη γυναίκα του αλλού, σε καλή τιμή , και τον ίδιο τον πάντρεψαν με μια άλλη σκλάβα που είχανε στη δούλεψή τους.  Πούλησαν και τούτη τη δεύτερη γυναίκα του,σαν βρέθηκε αγοραστής που πήγε και την παζάρεψε,  και τον ίδιο τον αναγκάσανε να πάρει τη χήρα του πατέρα του.  Δεν ήταν η μάννα του. Πέθανε με το παράπονο να δει τις δυό του κόρες να πουλιούνται σκλάβες σε μπέηδες στην Πόλη. Από ‘να σερνικό που ξόμεινε πίσω  στα Χανιά, σπορά ήταν η γιαγιά μου.  Τ’ όνομά της μου δώσανε…

Το δουλεμπόριο καταργήθηκε, τι καταργήθηκε,  στα χαρτιά  μόνο, το χίλια οκτακόσια πενήντα, εκεί γύρω.   Οι σκλάβοι από τη μια στιγμή στην άλλοι βρεθήκαμε στο δρόμο.
Χωρίς σπίτι, χωρίς δικό μας τόπο  να τον δουλέψουμε, καταλήξαμε να κάνουμε  τις πιο βαριές, τις πιο βρώμικες δουλειές που δεν καταδέχονταν οι ντόπιοι. Γίναμε χαμάληδες, νερουλάδες, πλέκαμε ψαθιά καρέκλες, τροχάγαμε μαχαίρια, ξεμαγαρίζαμε κατώγια, καρολόγοι, αραμπατζήδες που λέμε, φόρτωμα ξεφόρτωμα  όλη μέρα , ώσπου να μη μας κρατάν τα κόκκαλά  μας και άλλοι παραμείναμε σκλάβοι , άλλο που  δε μας λέγανε πια σκλάβους, παρά  φαμέγιους και ψυχοπαίδια.   Τα ψυχοπαίδια μένανε  με τις οικογένειες των αφεντικών τους  και δουλεύανε από τη φέξη μέχρι το σούρουπο  για ένα κομμάτι ψωμί και έναν ύπνο. Η γιαγιά μου  πλύστρα και παραδουλεύτρα…  όταν ήταν τα χόρτα  μάζωνε  και  τάιζε τη φαμίλια της.  Στα μεγάλα ζόρια  ζητιάνα  στο παζάρι. Κατέβαζε τη μαντήλα να μη φαίνεται …
Το ψωμί λειψό, τα ρούχα τους τα ίδια χειμώνα καλοκαίρι, πολυκαιρισμένα, χίλια μπαλώματα, όλοι στοιβαγμένοι όξω απ’ τα  Χανιά, στο  Κούμ  Καπί,  ξερότοπος και το νερό να το κουβαλάνε από μακριά, και τα σπίτια παράγκες και παραπήγματα από ξύλα και τενεκέδια. 
Μόνο κάθε Πρωτομαγιά ήτανε γιορτή για μας τους απόκληρους .  Οι μπέηδες  το είχαν παράδοση να προσφέρουν ‘κείνη τη  μέρα σφαχτά , γίδια και πρόβατα, , που τα σφάζαμε και τα βράζαμε στην παραλία , εκεί που σήμερα είναι η νέα χώρα. Το βράδυ κάναμε πομπή και χορεύοντας και τραγουδώντας  παίρναμε το δρόμο για τις παράγκες μας , μέσα από την πόλη και ο κόσμος περίμενε τούτη την πομπή χαράς των ξυπόλυτων , σαν ένα παράξενο θέαμα, και εμείς πάλι βάναμε τα δυνατά  μας στο χορό μπας και προκαλέσουμε την ελεημοσύνη τους. Η γιαγιά μου, η Αμπλά Νουριγιέ, μου ‘λεγε η μάννα μου, ξεγοφιαζόταν να χορεύει, εκλιπαρώντας με τα μάτια  τη συμπόνια των ανθρώπων.. Από κοντά και ο Αλή Γκογκό με την νταραμπούκα του, ψηλός και ολόμαυρος και να γυαλίζει από τον ιδρώτα και το ζόρι.  Ψίχουλα, δεκάρες το όφελος… από το τίποτα….


Μια κόρη έκανε η γιαγιά μου. Τη μάννα μου. Πώς να τη ζήσει. Της την ζήτησαν για ψυχοκόρη, την έδωσε. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών βρέθηκε στη Σμύρνη. Ο Τούρκος που την είχε την πάντρεψε έκανε εμένα και την αδερφή μου. Μας σπούδασε και όλο μας έλεγε να μη λέμε πουθενά για τον προ προππάπο μας που  έφτασε σκλάβος απ’ την Κένυα. Για το σημάδι  κάτω από τα’ αριστερό  του μπράτσο. Για τα χρόνια τα μίζερα. Για τη γιαγιά την πλύστρα. Με τούτο το μυστικό μεγάλωσα… Τούτο το βάρος… Σα να ξαλάφρωσα που τα ‘βγαλα από μέσα μου…Μόνο που να, με τρώει η σκέψη. Τι να απόγιναν οι δικοί μου στα Χανιά; Να υπάρχει κάποιος άραγε δικός μας ακόμη εκεί;... Που να 'ναι θαμμένη η γιαγιά μου

ΑΘΗΝΑ 25/5/2015

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

ΤΟ ΣΙΛΟ

-Παππού πες μου μια ιστορία
- Ποια θες;
- να αυτή… με τους εργάτες και τα αίματα… τότε
" Είχα τότε, στο έχω ξαναπεί, θυμάσαι; το αργαστήρι , σαμάρια μερεμέταγα και πετάλωνα βασταγερά, μουλάρια και γαϊδούρια, που τα ‘φερναν φορτωμένα απ’ τα χωριά. Όλο και κάποιο πέταλο τους έφεγε στο δρόμο. Από εκεί όλη μέρα έβλεπα και μάθαινα όλα όσα γίνονταν . Ήτανε βλέπεις το χτήρι στο γύρο της αγοράς
΄Κείνα τα χρόνια , παιδί μου, εδώ στην Πύρκα, το ψωμί ήταν λίγο και οι δουλειές με το ντουφέκι. Σκόρπια μεροκάματα στη χάση και τη φέξη ... Είναι, φαίνεται, στη μοίρα τούτου του μικρού τόπου οι άνθρωποί του να τζαουνιάζουν στα βράχια να ξεχερσώνουν και να μερεύουν λόγγους κάθε λογής. Να πιάνονται και να κοιτάνε να ζήσουν από το τίποτα. Είχαν φτάσει κάπου δέκα χρόνια πριν και οι πρόσφυγες και το γκουβέρνο τι να πρωτομπαλώσει . Πληγές ανοιχτές ο τόπος και τα κορμιά μας… Όσοι είχαν χωριά τα κουτσοβόλευαν κι έφερναν τη φτώχεια τους βόλτα. Ήταν και άλλοι όμως, πολλοί, εδώ στην Πύρκα που είχαν μόνο τα χέρια τους. Κάθε ξημέρωμα κατέβαιναν στο μεϊντάνι και αν ήταν τυχεροί βρίσκανε μεροδούλι χαμαλίκι. Οι πιο πολλοί περίμεναν να φτάσει κάποιο καράβι με στάρι στο λιμάνι για τους μύλους να ξεφορτώσουν ή να φορτώσουν σταφίδα για έξω. Ώσπου εκείνο το Μάη τους ήρθε το κακό μαντάτο. Ο αφέντης του κυλινδρόμυλου αποφάσισε να φτιάξει σιλό και η μαούνα να αδειάζει το στάρι κατευθείαν στο μύλο χωρίς να έχει ανάγκη τους χαμάληδες. Είχε πάρει και σχετική άδεια λέγανε από την κεντρική διοίκηση. Οι εργάτες του λιμανιού ξεσηκώθηκαν. Από κοντά και οι μαγαζάτορες και οι τεχνίτες που είχαν τα εργαστήρια τους εκεί γύρω στο λιμάνι. Μικρή η Πύρκα, όλοι όλο και κάποια συγγένεια είχαν . Γαμπροί, κουμπάροι, ξαδέρφια...Γενική απεργία, κλείσανε τα μαγαζιά και οι δρόμοι και μερικοί ανέβηκαν σε μια σκούνα και κινήθηκαν να εμποδίσουν τη μαούνα που έφτανε να δέσει. Ο Μεγαλομυλωνάς μια και δυό στο νομάρχη να ζητάει το δίκιο του και προστασία… οι χωροφύλακες δεν έφταναν να σταματήσουν την εργατιά, που όλο και πλήθαινε και που στα περασμένα χρόνια είχε πρωτοστατήσει στα γεγονότα της σταφίδας , χτυπήθηκε, φυλακίστηκε, εκτελέστηκε και είχε κάτσει αγκάθι στο μάτι των αφεντάδων. Τέτοιο αναβρασμό να δει ο νομάρχης κατελήφθη από το χλωμό πανικό της εξουσίας και κάλεσε το στρατό, από το κοντινό στρατόπεδο νεοσυλλέκτων να επιβάλλει την τάξη. Πήγε ο στρατός στο λιμάνι και βάρεσε στο ψαχνό. Ένας νεκρός στη σκούνα και έξη εκεί γύρω από το λιμάνι. Φούσκωσε η οργή τον κόσμο, σήκωσε τους νεκρούς του και ανέβαινε θάλασσα μαύρα και κόκκινα λάβαρα κατά την πλατεία και τη νομαρχία, ο στρατός κλείστηκε στο στρατόπεδο ο νομάρχης τον κατάπιε η γη και ο κόσμος να περιφέρει τα σκοτωμένα παιδιά του γυρεύοντας εκδίκηση. Έφτασε και ο υπουργός με εντολή να συμβιβάσει τις δυο πλευρές, να καταλαγιάσει ο κόσμος και να λειτουργήσει το σιλό. Έριξε το φταίξιμο στην κακιά στιγμή, οι στρατιώτες ήταν άπειροι είπε, το ίδιο και ο επικεφαλής, έχασε την ψυχραιμία του και έδωσε την εντολή, χωρίς να έχει τέτοια εντολή ο ίδιος. Τι να ‘λεγε παιδί μου… Πρότεινε οι μυλωνάδες να δώσουν μια βοήθεια σε όσους θα έχαναν τη δουλειά τους. Κάπου διακόσιοι φαμελιάρηδες έμειναν στο δρόμο… Λίγα πρότεινε ο υπουργός, λιγότερα αποδέχτηκαν οι μυλωνάδες, οι λιμενεργάτες αντέδρασαν οι άλλοι όμως είχαν την κυβέρνηση και τα τουφέκια…
- και δε μου λες παππού φυλακώθηκαν εκείνοι που σκότωσαν τους ανθρώπους;
- Έγινε δικαστήριο τον άλλο χρόνο. Όμως παιδί μου κατηγορούμενοι δεν ήταν ούτε οι χωροφυλάκοι, ούτε ο νομάρχης, ούτε ο μυλωνάς και οι στρατιώτες. Εργάτες κάτσαν στο σκαμνί.. Πρωταίτιοι λέει στα επεισόδια. Διατάραξη της κοινωνικής γαλήνης και άλλα τέτοια. Ζόρικα χρόνια. Ο Βενιζέλος είχε χάσει τις εκλογές, παρά τρίχα είχε γλυτώσει να μη σκοτώσουν και τον ίδιο στην Κηφισίας, ο Τσαλδάρης … Ήτανε πια και ο Μεταξάς στη βουλή, θα τα μάθεις στο σχολειό…"
- Περάσανε τα χρόνια. Μεγάλωσα παππού.. τίποτα δεν μου είπαν στο σχολειό. Τίποτα…
ΑΘΗΝΑ 22/5/2016

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Αγάπη  αργυροφάνταχτη
π’ ολόγυρα  ‘σκορπίστεις
και  ξημερώθηκες   αυγή
ηλιοπλημμυρισμένη

Φτερούγισαν τα μάτια  σου
και πήραν την καρδιά μου
ψηλά στο πλάτος τ’ Ουρανού
και στο βαθύ γαλάζιο

κι όλα τα λούλουδα του νου
ολόλευκα φωτάνε …

Τα  χάσματα  της αστραπής
σε πήρανε κι εχάθεις…

ΑΘΗΝΑ 16/5/2016

ΜΗΝ ΕΊΔΑΤΕ

"- Μην είδατε την ομορφιά που την κοιλάδα αγιάζει;
- Ψηλά την είδαμε πρωί, της τρέμαν τα λουλούδια "
(Δ.Σολωμός)
Αηδονόγλυκη η φωνή της και τα κάλλη της
μύρια αρώματα ευωδιάνε μπρος στη χάρη της
κορμί κρινάκι π' άνθισε και φώτισεν ο κόσμος
μέσα μου σα μοσχοβολιά α που σκορπά ο δυόσμος

ΑΘΗΝΑ 15/5/2016

«Τι κάθονται οι συγκλητικοί και δε νομοθετούνε;»

«Τι κάθονται οι συγκλητικοί και δε νομοθετούνε;»
Γιατί οι βάρβαροι που πια δεν περιμέναμε ήρθανε
και υπαγορεύουν νόμους και αποφάσεις

Για δέστε τους συγκλητικούς πειθήνια που υπακούνε
σε προσταγές και νεύματα
Φέρανε δώρα οι Βάρβαροι χτένες και καθρεφτάκια
και άλλα φτηνοπράματα φανταχτερά π’ αρέσουν
και θαμπώνουν τους ιθαγενείς
Ζητήσανε ανταλλάγματα τον τόπο μας και τις ψυχές μας
Για δέστε τους συγκλητικούς το πώς πανηγυρίζουν
για τούτη τη συναλλαγή
Σκορπίσαν πόνο οι Βάρβαροι και φτώχεια και απελπισιά
κι όλο ζητάνε
Για δέστε τους συγκλητικούς το πώς ανούσια φλυαρούν
και ρητορεύουν
πόσο πιστοί στους Βάρβαρους που είναι….

ΑΘΗΝΑ 12/5/2016

Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

ΚΑΠΟΤΕ...

Θα πω κι εγώ πως ποιητής λογιέμαι
αν κάποια από τα λόγια μου
απ’ το χαρτί σαλτάρουν  κι ανεβούν
στα στόματα, στα χείλη των ανθρώπων…

κι εκεί να κατοικήσουν χρόνους πολλούς
σα μνήμες ζωντανές που όλο μπερδεύονται
στη γλώσσα τους
κάθε φορά που βρίσκουν αφορμή…

Τότε κι εγώ πως ποιητής
 μπορεί να πουν πως  ήμουν…

ΑΘΗΝΑ 10/5/2016

Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ

Σε τούτο το μικρό τόπο
συμφιλιωθήκαμε από χρόνια
με το Θάνατο…

Είναι οι ζωές μας δρόμοι
σαν μέσα από κοιμητήρια
από σταυρούς και μνήματα

Βλασταίνουν οι χαρές μας
πάνω σε καταθλιπτικά συναισθήματα

Ξενιτευόμαστε γυρνάμε…

Επιστρέφουμε πάντα
από τον πιο δύσκολο
πιο μακρινό δρόμο

θαλασσοδαρμένοι…

Χτίσαμε απαντοχές  και καρτερίες
με τις σιωπές και με τον πόνο μας

Είναι οι ζωές μας παιδωμές
μνήμες που καίνε…

Ερχόμαστε από μακριά….

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 7/5/2016