Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

ΑΧ ΑΥΤΑ ΤΑ CHECK IN

Δεν τα πάω καλά με την τεχνολογία..και ζηλεύω… Ναι ναι ζηλεύω  όλες αυτές που παίζουν κομπολόι το check in. ( το check out είναι άλλη ιστορία… Θυμάμαι το Λευτέρη «ενοικιαζόμενα δωμάτια», ορεσίβιο κρητικό που τον ρωτούσαν τι ώρα είναι το check out… Ήντα ροζονάρει μωρ’ κοπελιά τούτος σες; - ρωτάει τι ώρα να φύγει αύριο – κι ήντα με νοιάζει μένα μωρέ πότε θα φύγει;… ξιά του πε του)… Λοιπόν τις βλέπω, η μία να τρώει ψάρια και να γκρο πλαν η πιατέλα με τα ψάρια… η άλλη να πίνει ούζα και να γκρο πλαν η καράφα με το ούζο (στα πιάτα κάτι υπολείμματα δείγμα ότι το συνοδεύει με τα «δέοντα»)…
Η τρίτη αραγμένη στο σαλόνι του πλοίου ζωσμένη με δυό σακ βουαγιάζ και την απόλαυση από το φραπέ στο μούτρο της ( τη φωτογραφία του πλοίου να ταξιδεύει στ’ ανοιχτά πως την έβγαλες;… πόσο μακρύ είναι το σελφοκόνταρό σου; ... άλλες ούτε στο όνειρό τους τέτοια μεγέθη) … Ζηλεύω σας λέω πολύ… για αυτό, αφού δεν μπορώ να κάνω ζάφτι τα check in, είπα να καταθέσω εδώ το σχέδιο ταξιδιού της δικής μου απόδρασης…
Λοιπόν ξεκινάω Πέμπτη πρωί… Στον άγιο Κωνσταντίνο , μπορεί και στου Λεβέντη, στάση για ξεμούδιασμα και τα σχετικά… Στα Καμμένα Βούρλα στάση να δω αν μετά από τόσα χρόνια πήραν πάλι απάνω τους… κάθε στάση και φωτό εννοείται… σαράντα θα βγάλω… και θα ανηφορίσω από τον παλιό δρόμο για Δομοκό και Παλαιοφάρσαλο για χαλβά… Φωτογραφία από το χαλβά (να τρώει) μετά… Φαρδύς πλατύς ο νταβάς και πασαλειμμένο το μαχαίρι… και κατά τ’ απόγευμα λέω ν’ αριβάρω να δω αν στερέψαν τα πηγάδια και γιατί τα τρία γίναν πέντε… Φωτό από το σαλέ δίπλα στο τζάκι να καίει δεν θα έχει… γιατί ναι μεν το δωμάτιο θα έχει τζάκι, αλλά χρεώνουν έξτρα το κούτσουρο… και κώτσορος δεν θέλω να πιαστώ… . Υπόσχομαι όμως φωτό γίγαντες πλακί, λουκάνικο πικάντικο και ξυνόμαυρο Νάουσας… αν όλα πάνε καλά και αν φωτογραφίζοντας πετυχαίνω το στόχο… Δεν το έχω σας λέω… μια φορά κάτι μεγαλύτερα παιδιά στο σχολείο μου ζήτησαν να τους τραβήξω μια φωτογραφία… αγκαλιαστήκανε σαν φίλοι γκαρδιακοί που ήταν και μου είπαν « τώρα»... πάτησα το κουμπί και όταν την εμφάνισαν είχα πάρει μόνο τα κεφάλια… βγήκαν σαν πέντε στη σειρά πιασμένοι από τους ώμους αποκεφαλισμένοι πρόδρομοι Αγιάννηδες…
Αν και θα ήθελα, στο Φαλακρό της Δράμας δεν θα φτάσω... Θα μείνω με την απορία αν πάσχουμε από τον ίδιο τριχοφάγο....

ΑΘΗΝΑ 20/12/2016

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

ΣΠΊΤΙΑ

Με πονάνε  τ’ αρφανεμένα  σπίτια

Αμπαρωμένες πόρτες
 λουκέτα που ‘φαγε η σκουριά
πατζούρια σφραγισμένα
πολυκαιρισμένα πάνω τους
τ’ αχνάρια της   μούχλας …

Υποφέρουν τούτα τα σπίτια
της μοναξιάς
και λαχταράνε να σταματήσει
στο κατώφλι τους
δική τους γνώριμη περπατησιά
και ν’ ακούσουν το κλειδί
στον αφαλό της κλειδωνιάς
να τρίζει
σαν κόκκαλα
μετά από βαριά κατάρα

Είμαστε κάποιοι ακόμη
 που επιμένουμε να γυρνάμε πίσω
Να δίνουμε πρόσκαιρα ζωή
στα παλιά μας σπίτια
Σπρωγμένοι απ’ την ανάγκη μας
και το συναίσθημα  μας
που μας πεισμώνουν
και δεν αφήνουν  τις καρδιές μας
να παραδεχτούν την ήττα…

ΑΘΗΝΑ 18/12/2016

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

ΑΠΑΤΗΛΑ ΣΤΟΛΊΣΜΑΤΑ

Διαβάζω ποιήματα
Τα πιο πολλά έχουν πολύ μέλι
με λιγώνουν
Επιμένω , ενώ ξέρω πως η αλήθεια
απεχθάνεται τη ζάχαρη
Τα Χριστούγεννα τα ζω
πώς να το πω
από απόσταση
Να μη με φτάνει το κακό,
τα μάτια τα βουλιμικά
οι μυλόπετρες γλώσσες
που αλέθουν τη ζωή μου
Τί είπα, τι έκανα….
Φταίει και που δεν αφήνω
τα φώτα τα φαντασμαγορικά
να με θαμπώνουν…
Φτηνά στολίδια, δέντρα απομιμήσεις,
τόσα μπιχλιμπίδια για να ντύσουν
μια χαρά προσποιητή
πόσο ψέμα φανταχτερό ξοδεύεται
να κρύψει την αλήθεια
βουτηγμένο σε σιρόπια και ζάχαρες
μα ανίκανο να σκεπάσει την πίκρα της…

ΑΘΉΝΑ 11/12/2016

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΣΩΤΉΡΗΣ

Αναδουλειά και αφραγκιά
τα πόδια του μολύβι
τον πήγανε στο μαγαζί
παράγγειλε ένα κρασί
και το ‘πιε ξεροσφύρι
Τα μάτια στο ποτήρι
τα σφήνωσε και μείναν ‘κεί
να σκέφτεται «μπατίρη
πως σε κατάντησε η ζωή»
τα χέρια στο σαγόνι
κρατάνε το κεφάλι του
που πέφτει από τη ζάλη του
μέσα ο καημός τον λειώνει
σ’ άλλο κρασί τον σπρώχνει
Τον μαγαζάτορα καλεί
το δίφραγκο του δείχνει
και με τα μάτια τον ρωτά
«αυτά τα μόνα μου λεφτά
ακόμη ένα αν μπορείς
αν έχεις καλοσύνη»
κι αυτός το ίδιο σιωπηλά
ένα κατρούτσο του γιομά
πιάνει και ένα ποτήρι
και την καρέκλα του σιμά
φέρνει... μην είναι μόνος στο σεβντά
και το κεφάλι του ακουμπά
σ’ εκείνο του Σωτήρη
να μην τον παρασύρει
το κλάμα του που είναι βουβό
για τον δικό του τον καημό
Και πέρασαν ώρα πολλή
αμίλητοι οι δυό μαζί
ο κάπελας κάποια στιγμή
σηκώνεται και βάνει
δυό τρεις σαρδέλλες αρμυρές
κι ένα πιατάκι με ελιές
που τις τραβάει το κρασί
και στο παλιό γραμμόφωνο
μια πλάκα πονεμένη
του Μάρκου ένα ντουζένι
« δικό σου ρε Σωτήρη
μη μου χαλάς χατήρι»
Σηκώθηκε σκυφτός αργά
η ζήση του σαν τον χιονιά
μέσα στον ψεύτη τον ντουνιά
να τον χορέψει ζεμπεκιά
ο πόνος του είναι μαχαιριά
πως βαλαντώνουν την καρδιά
τα βάσανά του τα πολλά
Το ένα βήμα του κουτσό
το πόδι στον αέρα
και λίγο παραπέρα
τον πήρε το παράπονο
και το κορμί του γέρνει
πάνω στον ένα του γοφό
χτυπάει το χέρι του στη γη
μέσα της να ‘τανε να μπει
Να ΄ταν τα χέρια του φτερά
να τον σηκώνανε ψηλά
αυτόν που όλο πέφτει
και γλιτωμό δεν έχει…
ΑΘΗΝΑ 3/12/2016

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΜΈΡΑ ΣΑ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΉΡΞΑ

Έχασα μια μέρα
Όχι δεν μου «παράπεσε
ανάμεσα Τρίτη με Τετάρτη»
Πέμπτη ήταν
Εγώ την θυσίασα
μ’ όλη την ένταση που έκρυψα
σ’ εκείνο το πικρό γέλιο
- Αύριο πρωί εεεε;
- Τί ώρα;
- Εεεε... να ‘ρθουνε πρώτα οι γύφτοι…
να τροχίσουν τα μαχαίρια…
κι έφυγε.. κι έμεινα μόνος εκείνη
την νύχτα της παραμονής
κι όλο περπατούσα
πέρα δώθε τον διάδρομο
και ξάπλωνα και σηκωνόμουνα
και περπατούσα
πέρα δώθε το διάδρομο…
Με πήραν γυμνό και βουτηγμένο
στο μπεταντίν και την απόγνωση
κι αν δεν;… κι αν όχι;
Γνώριμη η φωνή σχεδόν ακούμπησε το μούτρο μου
«με γνωρίζεις;» …
Χαμογέλασα «οι γύφτοι έκαναν καλή δουλειά»
και βυθίστηκα πάλι
Ώρες μου φάνηκε μετά
όλα θαμπά, άσπρα και ούτε ένα σημάδι
για την ώρα, τον τόπο
μόνο λάμπες σωλήνες και όργανα
και έντονη μυρωδιά από φάρμακα και γάζες
Έχασα εκείνη τη μέρα
Με τη θέλησή μου, όπως είπα
Όμως μου λείπει
μετρώ τις μέρες μου και μου λείπει
Μόνο η ουλή στο στήθος την προδίδει
Την ουλή στην ψυχή έμαθα να την κρύβω
Γελάω.. Σαν να μην συνέβη τίποτα
Σαν να ήμουν εδώ, συνειδητά ζωντανός
εκείνη την Πέμπτη …
ΑΘΗΝΑ 5/12/2016

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΣΤΑΥΡΟΥ ΠΑΣΠΑΡΑΚΗ

«Ήταν Χριστούγεννα του '68 ή του '69 που κατεβαίνοντας από τη Θεσσαλονίκη το πρώτο που ήθελα να κάνω ήταν να πάω να ακούσω τον Νίκο τον Ξυλούρη.
Ανηφορίζοντας την οδό Νίκης προς την πλάκα, δίπλα μου περπατούσε ένας νέος , όμορφος άντρας με μούσι. " μήπως ξέρετε πως μπορώ να πάω στην μπουάτ " ΛΗΔΡΑ"; ρώτησα... " Κι εγώ εκεί πάω " μου απάντησε απλά " έλα μαζί μου "...Φτάσαμε, χαιρέτησε, με έπιασε από το χέρι και μπήκαμε μέσα..Κάτι είπε σ' ένα γκαρσόνι. " Έλα"...κατεβήκαμε μια στενή σκάλα. Ένας καναπές στη μια άκρη καθισμένος ο Νίκος στην άλλη , αν θυμάμαι καλά, ο Μανιουδάκης, όρθιοι ο Μαρκόπουλος, ο Τάσος ο Διακογιώργης ( σαντούρι, καμπάνες, ξυλόφωνο), ο μικρός αδερφός του Νίκου ο Γιάννης, ο ξάδερφος ο Ζαχάρης ο Φασουλάς, ο άλλος ανωγειανός ο Στέλιος ο Αεράκης, η Μέμη η Σπυράτου, ο Θέμης ο Ανδρεάδης και άλλοι...Μου τους σύστησε έναν έναν...Έμεινα αποσβολωμένος να κοιτάζω τον Νίκο...Ψηλός, λυγερόκορμος, με λαφίσιο παράστημα, πρασινογάλαζα μάτια και πλούσια μακριά μαύρα μαλλιά. " Κουμπάρε, ο φίλος μας ο Θοδωρής " ...Μου χαμογέλασε ζεστά...Κι εγώ, όλο θαυμασμό..." Εσύ;" ρώτησα..." Εγώ είμαι ο Σταύρος ο Πασπαράκης"....Τα έχασα....Ζωγράφος, αγιογράφος και ερασιτέχνης τραγουδιστής, με μια φωνή που είχε από μόνη της ένα σπαρακτικό ράγισμα, τον ήξερα, τον είχα ακούσει στο δίσκο του Γιάννη " Ήλιος ο πρώτος" με την Μαρία τη Δημητριάδη και τον Γιάννη τον Φέρτη στις απαγγελίες...Ανεβήκαμε επάνω κάτι είπε ξανά στο γκαρσόνι ο Σταύρος κι έφυγε...Το γκαρσόνι με πήρε και με ανέβασε στον εξώστη σε μια θέση που έβλεπα πανοραμικά την ορχήστρα και που έμελλε να γίνει το στασίδι μου για τις επόμενες δεκαπέντε μέρες, δυό παραστάσεις κάθε βράδυ...»
Αυτά έγραφα, ανάμεσα σ’ άλλα, στις οκτώ Φλεβάρη του δύο χιλιάδες δέκα τρία, ακριβώς τριάντα τρία χρόνια μετά το φευγιό του Νίκου Ξυλούρη. Σχεδόν ένα χρόνο μετά, εκεί κάπου τέσσερις με πέντε Δεκέβρη του δύο χλιάδες δέκα τέσσερα, μπαίνοντας στην ιστοσελίδα μου και σε τούτο το κείμενό μου είδα ένα σχόλιο… «Χαιρετισμούς καρδιάς Πασπαράκης Σταύρος τηλ. επικοινωνίας 6956001648» Η καρδιά μου πετάρισε. Όλος χαρά έτρεξα και έπιασα στα χέρια το τηλέφωνο. Δεν ξέρω τι με σταμάτησε και γύρισα πίσω, «πάτησα» στο όνομά του και βγήκα στη δική του σελίδα… Τελευταία ανάρτηση το φύλλο της εφημερίδας «ΡΕΘΕΜΝΟΣ» … διάβασα …
«Έφυγε ένας σπουδαίος, όσο και ταλαιπωρημένος, καλλιτέχνης
Τετάρτη 03rd, Δεκέμβριος 2014 / 17:33
Την τελευταία του πνοή άφησε σήμερα ο Σταύρος Πασπαράκης. Ο 74χρονος καλλιτέχνης που «άφησε εποχή» στα τραγούδια με τον Μαρκόπουλο και με τη ζωγραφική του¨, δεν υπάρχει πια. Ο ίδιος ταλαιπωρημένος το τελευταίο διάστημα από τον καρκίνο δεν άντεξε… Έφυγε για το μεγάλο ταξίδι αφήνοντας πίσω τη σύζυγό του και τις δύο μονάκριβες κόρες του.
Ο Σταύρος Πασπαράκης γεννήθηκε στον Πειραιά από γονείς Κρητικούς. Ο πατέρας του ήταν από ένα χωριό του Ρεθύμνου, η μητέρα του από την Επισκοπή Ηρακλείου, αλλά δεν τη γνώρισε ποτέ αφού μωρό ήταν ο ίδιος όταν πέθανε. Τον μεγάλωσε η θεία του.
Εκεί στον Πειραιά και την Αθήνα έκανε τα πρώτα του βήματα στη μουσική και τη ζωγραφική. Τον ανακάλυψε ο Μαρκόπουλος και έκαναν μαζί τον «ήλιο τον πρώτο» τον οποίο και τραγούδησαν μαζί με τη Δημητριάδη. Έκανε κι άλλες μεγάλες επιτυχίες με τον Μαρκόπουλο, τον Κουνάδη, τον Καπλάνη.»
Πάγωσα…
Αχ ρε Σταύρο, σήμερα θέλω να τιμήσω την μνήμη σου, να θυμηθώ εσένα και τα τραγούδια σου, εσένα και τις ζωγραφιές σου, τις αγιογραφίες σου, τα ποιήματά σου… Με πίκρα για τον καφέ που δεν ήπιαμε τις αθιβολές για τότε που δε βρεθήκαμε να ζωντανέψουμε …ας είσαι καλά εκεί πάνω ψηλά που είσαι, αστέρι βραχνό που ραγίζει καρδιές, όπως ραγισμένες ήταν η φωνή και η ψυχή σου…. Και να τραγουδάς « ω παιδιά που με νοιώθετε πατριωτάκια του ήλιου», ή «δεν ξέρω πια τη νύχτα φλογερή ανωνυμία θανάτου»..

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

ΠΡΟΣΚΎΝΗΜΑ

Σε τούτο το φτενό και λίγο χώμα
με τα σωριασμένα κόκκαλα κάτω του
το ποτισμένο με πλήθος αίμα
σκύβω και αφουγκράζομαι φλέβες και σφυγμούς
και πνοές προγόνων και το δρόμο που μ’ έφερε ως εδώ
Ένα γύρω τα βουνά και οι κάμποι
και η θάλασσα με τα σκόρπια μέσα της νησιά
τ’ απομεινάρια ψηλά από κάστρα
τα τειχιά τα πεσμένα και τα σπασμένα μάρμαρα
από εκκλησιές κι αγάλματα και παλιά κοιμητήρια
να τρώει το σώμα τους ο άνεμος και οι κακοκαιριές
και πάνω τους ο ήλιος τόσο φωτεινός
που αλλού πουθενά η συνείδηση
δεν έλαμψε τόσο διαυγής και σε τέτοιο βάθος
κι ευλογημένοι όσοι και όσες ευτυχήσαμε
να γεννηθούμε εδώ
και να κατοικήσουμε τούτη τη γλώσσα
που τη μιλάμε μια χούφτα
και ακόμη λιγότεροι σκύβουν στα σπλάχνα της
μέχρι μέσα μακριά στις άκρες της ιστορίας
και πέρα από την ιστορία και ανασύρουν
πλούτο λέξεις ορυκτό και όστρακα και συλλέγουν
ψηφίδες μελαχροινές και σ’ όλα τ’ άλλα χρώματα
και επιμένουν να συνταιριάζουν
μορφές αγίων και ηρώων σε μωσαϊκά και σε ποιήματα…
ΑΘΗΝΑ 26/11/2016

ΑΠΑΙΣΙΌΔΟΞΟΝ

Σκέφτομαι συνέχεια το ρήμα βουλιάζω
προσπαθώ να του δώσω νόημα θετικό
«βουλιάζω στα μάτια σου» , δεν τα καταφέρνω
καταφεύγω σε συνταγές για γλυκά του κουταλιού
που ποτέ δεν τα τρώω…
μόνο να βλέπω τα χέρια μου να καταπιάνονται
να τα αισθάνομαι πως ζουν
δοκιμάζω τη στυφάδα του κυδωνιού
του νεραντζιού την πικρίλα
ταιριάζουν με τη μαυρίλα της διάθεσής μου
με την αβεβαιότητα που με τρώει
κάνω όνειρα να ‘χω από κάπου να κρατιέμαι…
σε κάθε αύριο ελπίζω μα δεν ξέρω πια τι…
Ίσως κάνω μελομακάρονα, ίσως στολίσω δέντρο
ίσως…..

ΑΘΗΝΑ 24/11/2016

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

ΔΥΟ ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΉΜΑΤΑ

Το βάρος της καρδιάς μας κάν' το φτερά κορμί
ψηλά να το σηκώνεις μην ακουμπά στη γη...
Πλάνταξε η ζωή μας από τα κλάματα...

ΑΘΗΝΑ 21/11/2016

...............................................................................

Από πέτρα καμώθηκα…
Ο τόπος μου,
η ζωή μου πέτρα…
Η μοίρα μου πέτρα
Δεμένη
πότε στο πόδι μου
πότε στο λαιμό μου…

ΑΘΗΝΑ 22/11/2016

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΊΟ

Τα οράματά μου…
Η θέλησή μου που καταπατήθηκε
Τα λόγια μου που συκοφαντήθηκαν
Τα συνθήματά μου
Επιτέθηκαν με λοστούς στις πορείες μου
Χρόνια διαστρεβλώνουν τα γεγονότα
Έκαψαν, έσπασαν, πλιατσικολόγησαν
στ’ όνομά μου
Εγώ ήμουν ο στόχος
τα όνειρά μου
οι νεκροί μου που αμφισβητήθηκαν
οι νεκροί μου που μισήθηκαν
Την ώρα που άλλοι συνωστίζονταν
περιφέροντας ανά τα κόμματα
την εκεί παρουσία τους
την ώρα που παζάρευαν και εξαργύρωναν
την εκεί παρουσία τους εκείνο το βράδυ
προσφέροντας αντιστασιακό άλλοθι
στους απόντες πολιτικούς
παρέμεινα σιωπηλός
Ακόμη σιωπηλός μένω
Πιστός στα όνειρά μου που λοιδορούνται…

ΑΘΗΝΑ 18/11/2016

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

ΈΝΑ ΚΟΡΊΤΣΙ

Μόνος του έφευγε,
μόνος του ερχόταν
Κανείς δεν βρέθηκε να τον κατευοδώσει
κανείς ποτέ να τον υποδεχτεί
κοντά σαράντα χρόνια

Σ’ όλη τούτη την μέσα κι έξω μοναξιά του
σκεφτόταν ένα κορίτσι
να τον περιμένει
να το περιμένει

Να ‘χει τα μάτια της λαχτάρας του
την όψη της προσμονής του
να τον ζεσταίνει η άχνα της ανάσας του
να του γελά και να φωτάει
το κάθε αντάμωμά τους
να τους πλακώνει το βάρος της κατήφειας τους
στον κάθε χωρισμό τους

Ένα κορίτσι σκέφτεται
που τον πεισμώνει
σε όσα ενάντια του ‘φερε η ζωή

Κι όλο το καρτερεί…

ΑΘΗΝΑ 29/10/2016

'ΚΕΊΝΟΙ ΠΟΥ 'ΦΎΓΑΝ

Τον τόπο μου βαραίνουν οι απουσίες
Απουσίες που απ' όταν μπορώ να θυμηθώ
στοιβάζονται και πληθαίνουν
Τις νοιώθω γύρω μου, ακούω τις μιλιές
και τις περπατησιές τους
ασυναίσθητα στρέφω τα μάτια κατά το κοιμητήριο
Όχι πως έρχεται κανείς όμως η αίσθηση παραμένει...

Πολλά τα πεσμένα κληματόφυλλα στην αυλή
το χρώμα τους έχει γυρίσει σε καφεκόκκινο
" έλλειψη μαγνησίου" σκέφτομαι
τον τόπο μου βαραίνουν αόρατες παρουσίες
που τις διαισθάνονται οι αλαφροϊσκιωτοι
και οι υποψιασμένοι

Και όσοι, ξέρουν πως κουβαλάνε
το δικό τους βάρος που είναι ο εαυτός τους
κι αναλογίζονται τα χρόνια τους μετρώντας
καμπάνες πένθιμες...

Βρέχει πολύ
ο κόσμος σε αναμονή για το ξόδι της Μαρίας....

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

ΚΑΧΥΠΟΨΊΑ

Η επιμονή του σε προσφωνήσεις
και φράσεις όπως «άγγελέ μου»,
«είσαι ο Παράδεισός μου»,
«είσαι το λιμάνι της ψυχής μου»
ή,πάλι, «το φιλί σου μ’ ανασταίνει»,
όσο κι αν την διέγειραν τις στιγμές
της έξαρσης και επέτειναν την ηδονή,
κάθε φορά, μετά και όταν έμενε μόνη,
την προβλημάτιζαν πολύ και σοβαρά
κι όλο τις ανέλυε κι όλο την βασανίζαν
Κι όταν πάλι άρχισε κι επέμενε σ’ εκείνα τα
« κορμάρα μου είσαι απ’ άλλη διάσταση»
ή «η ομορφιά σου είναι απ’ άλλο κόσμο»
άρχισε ν’ αμφιβάλλει σοβαρά
και για την ίδια…
Μην, σαν τον έρωτά τους, είναι κι εκείνοι
πεθαμένοι από καιρό
κι όχι πως του είπε τίποτα ποτέ,
μ’ όλο που τα φιλιά του πια
της μυρίζαν χωματίλα….
ΒΑΣΙΛΆΚΙ 24/10/2016

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

ΧΡΌΝΟΣ

Η σκέψη κι η καρδιά μου
οι δυο μου άξονες
ανάμεσά τους παλινδρομεί το ένστικτό μου
του κόσμου μου οι τρεις συντεταγμένες
Να σε νοιώσω θέλω χρόνε
Πως φεύγεις πως διαστέλλεσαι
και πως αργοπορείς
και πως κι εγώ όπως το κάθε τώρα μου
μέσα σου, μόνο σαν χτες, υπάρχω…
Να σε νοιώσω θέλω χρόνε
Πως φεύγεις πως γλιστράς πως χάνεσαι
και χάνομαι μαζί σου
Μου λένε πως σαν φως αν τρέξω γρήγορα
μπορεί να σε προφτάσω
και πως πολύ πιο αργά θε να γερνάω…
Μα δεν θυμάμαι πόσες φορές μου είπανε
τη γη γύρους να φέρω για ένα δευτερόλεπτο
ζωής ακόμη
Μάταιος κόπος
Να σε νοιώσω θέλω χρόνε
Μα πως μπορώ αιχμάλωτός σου εγώ
να σε αιχμαλωτίσω
Δεμένοι οι δυό μας με το φως πηγαίνουμε
Ούτε το φως ποτέ ούτε και σένα είδα…
Να σε νοιώσω θέλω χρόνε…
Του Νταλί εκείνα τα ρολόγια αυγά
δε με χωράνε….
ΒΑΣΙΛΑΚΙ 22/10/2016

ΒΌΛΤΑ

Περιφέρω στους δρόμους
την ανώνυμη παρουσία μου
κανείς δεν σταμάτησε
κανείς δεν θυμάται που μ’ είδε
Πολιτεία ανάλγητη και σκληρή
διασταυρωνόμαστε
προσπερνάς, φεύγεις
Ξάφνου « Θοδωρή!» άκουσα
"γρήγορα εδώ" ... γύρισα...
Ένας ηλικιωμένος φώναζε τα σκύλο του,
«απλή συνωνυμία», χαμογέλασα
Κάθισα στο παγκάκι.
Ένας άστεγος στάθηκε ,
στήλωσε το βλέμμα του πάνω μου
σηκώθηκα, αμίλητα ξάπλωσε
Την ασήμαντη παρουσία μου,Μανώλη,
περιφέρω άσκοπα σε πλατείες και πάρκα...
Σέρνω τα πόδια μου ν’ ακούω τα βήματά μου…
Νυχτώνει πάλι
Πώς να στο πω… φοβάμαι…
ΒΑΣΙΛΑΚΙ 19/10/2016

ΚΥΚΛΆΜΙΝΑ

Κι όσο οι μέρες του Φθινοπώρου φθίνουν
κι όσο απλώνεται γύρω κίτρινη η φθορά
σφίγγοντας με ομίχλη τις ψυχές μας 
με παρηγορεί που η γη αντιστέκεται...
Προτάσσει τα στήθη της γυμνά και ανθισμένα
Πάνω τους φύονται κυκλάμινα...

ΒΑΣΙΛΆΚΙ 13/10/2016

ΒΗΘΕΣΔΆ

Όπως, συνήθως, συμβαίνει με τα θαύματα
τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα.
Κόσμος πολύς κινήσαμε κουλοί και παράλυτοι
και λεπροί και χολεριασμένοι
και κουτσοί πάνω στα δεκανίκια για το μέρος
που ο Άγγελος, όπως λέγανε, κατέβαινε και τάραζε τα νερά.
Και καταλύσαμε γύρω από τη στέρνα
και το πλήθος κατέλαβε και τις πέντε γύρω στοές
και περιμέναμε...
Από καιρό σε καιρό φτάνανε ψευδοπροφήτες
και πολιτικοί τσαρλατάνοι και μάς τάιζαν λόγια
κι εμείς τους ακούγαμε και εμείς τους επευφημούσαμε
γιατί είχαμε ανάγκη την ελπίδα και κάθε φορά τούς νομίζαμε
Εκείνον που θα μας πει « εγέρθητι και άρον τον κράββατόν σου»…
Έτσι πέρναγαν τα χρόνια και εμείς παραμέναμε
πεισματικά αμετακίνητοι και πολλούς χτύπησε ο λοιμός
μα κανείς δεν κουνήθηκε για βοήθεια
ή να θάψει τους πεθαμένους από φόβο μη χάσει τη σειρά του
κι όλο συνέρεε καινούργιο πλήθος ανήμποροι και στοιβάζονταν
στις στοές και συνωστίζονταν γύρω από τη στέρνα
και περνάνε οι μέρες και απλώνεται η απογοήτευση
σα ψίθυρος που δυναμώνει και σαν οχλοβοή
στερέψαν πια τα λόγια σαπήσανε και οι προφητείες
και ούτε άγγελος ούτε Μεσσίας φάνηκε ποτέ
Μουχλιάσανε και τα νερά στη στέρνα τη λερή...
Βασιλάκι 12/10/2016

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ

Σπάγκος και τσιφούτης
σ’ όλη τη ζωή σου
ανάγκασες τον ανθρωπάκο
να ψάχνει δυο λόγια να σου ‘πει,
όπως οι οικείοι σου του είχαν
αναθέσει…
Και δεν εύρισκε…
Και κατέφυγε σε ψέματα
μέσα στην εκκλησιά…
Τούτο και τ’ άλλο
και τίποτα απ’ αυτά δεν ήσουν
και δεν έκανες
και αν το συγγενολόι γύρω σου
έμενε ατάραχο όπως εσύ
που δεν τον άκουγες
στους έξω προκάλεσε
μεγάλη θυμηδία …
Τέτοιος που ήσουν….
ΒΑΣΙΛΑΚΙ 27/9/2016

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Κρυμμένη μέσα σε πράσινα φύλλα
μακριά από  τ’ αδιάντροπα  στόματα
τα αδηφάγα μάτια
τριγυρισμένη σκοτεινές σιωπές
τυλιγμένη  τ’ αγκάθια  της μοναξιάς σου
το τρομαγμένο  φως
περιμένεις να σ’ αγγίξουνε  χείλη
μ’  ένα  φιλί που θ’ αψηφήσει το αίμα
να τα εμπιστευτείς και ν’ ανοίξεις
άνθος κόκκινο  κι αγάπη στιλπνή
 με γεύση και  χρώμα  κερασιού
καρφιτσωμένο σε πέτα τραγουδιών
να υμνήσεις  μιαν  Άνοιξη
 πλασμένη  από έρωτες που τόλμησαν
και άνθισαν στο χιόνι και το καταχείμωνο
τολμώ και ματώνω κάθε φορά
ν’ ανατείλεις μέσα από πράσινα φύλλα
γύμνια κορμιού  που  αναδεύει
κάτω από χάδια,
σκιρτήματα καρδιάς που λίγωσαν
 τα λόγια,
αίμα που σφύζει
 κορμί που συστρέφεται
η αγάπη μέσα από κρυφούς
της καρδιάς λαβυρίνθους
ανεβαίνεις πόθος και λύνεσαι
σβήνεις,  κάθε φορά
καινούργιο αίμα το τίμημα…..

ΒΑΣΙΛΑΚΙ  8/10/2016

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

ΡΟΖΑ

Ήταν η ώρα και το φως  σαν σούρουπο νωρίς
ή σαν αποδιαφώτισμα που γύρισα από διαίσθηση
και σ’ είδα, τρίτη φορά σε τρία βράδυα,
έτσι χαρωπή να λάμπεις
να λάμπουν τα μαλλιά σου και τα μάτια σου
να λάμπει το χαμόγελό σου
μέσα στα δεκαοχτώ σου χρόνια
μέσα σ’ ένα σορτσάκι θαλασσί
και ένα μπλουζάκι τιρκουάζ
φτερούγιζαν  τα στήθη σου
απρόσμενη παρουσία κι επίμονη ομορφιά
και έμεινε   να κρέμεται ένα επιφώνημα
 έκπληξης στα χείλη μου, εκεί πλάι μου
και δίπλα απ’ το περίπτερο
στο ελάχιστο πριν σβήσεις και χαθείς
 πίσω απ’ την βαριά  και σιδερένια πόρτα
και μέσα στο χτίριο το παλιό
το παχνιασμένο απ’ τον καιρό και από τη μούχλα
και μόνο άστραψε για μια στιγμή
σα φως και σαν ανατριχίλα τ’ όνομά σου,
 Ρόζα Ιατρίδου
κι ένοιωσα βαρύ στην καρδιά μου το  άγχος
 να προλάβω  όνομα και μαλλιά και μάτια
κι όλα σου πριν να χαθείς για πάντα
 να σ’ αποστηθίσω σαν τότε που παιδί
στην Σκαφιδιά στην κατασκήνωση,
πάλι δεκαοχτώ χρονών εσύ
μα δεν θυμάμαι τότε τ’ όνομά σου,
ανάσκελη στη θάλασσα με κάθιζες
στα πόδια σου, με τιρκουάζ , πάλι,
μαγιώ, και  χαιρόσουν που άφηνα τα μάτια μου
να γοητεύονται προσηλωμένα
 πάνω στο πλούσιο στήθος σου
κι όλο μου χαμογελούσες κι ότι σήμερα θυμάμαι
είναι το στήθος σου και,
 τι είναι ο έρωτας κι η μνήμη η παιδική,
 Γορτυνίας σαράντα δύο, το δρόμο που καθόσουν…

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 7/10/2016

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΆΠΟΤΕ...

«Έζησε στον καιρό της «Αυριανής»
Έζησε στους καιρούς των επιγόνων  της «Αυριανής»
Και άντεξε…»
Ίσως  κάποτε το πουν  για μένα
ίσως το γράψουν  στο μάρμαρο πάνω μου
Και ακόμη
 ίσως θυμηθούν που δάκρυσα
σαν άκουγα  πρώτη φορά για τα «φυλακισμένα»
Τότε που κεράκι και τριαντάφυλλο
ακούμπησα το δάκρυ μου στα μνήματα..

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 21/9/2016

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΗΣ ΘΎΕΛΛΑΣ

Χαμηλά μέσα στα σύννεφα
ακούστηκε να χλιμιντράει
ακούστηκε να καταφτάνει
άγριο κι ανεμόδαρτο
το άλογο της καταιγίδας

Κι όπου πατά ανταριάζει

Πέτρα καρδιά  της φοβισμένης νύχτας
στην πλάτη σου χτυπάν τα  πέταλά του

ΑΘΗΝΑ 12/9/2016


Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΔΆΜ ΚΑΙ ΕΎΑ

Χειμώνας ήτανε
που μας διώξανε  κι έβρεχε
και κρυώναμε και πεινούσαμε
 και ούτε φύλλα συκής είχαμε
Χειμώνας ήτανε σας λέω
 κι  είχανε ρίξει οι συκιές τα φύλλα τους


Κι αν ακόμα γυμνοί στεκόμαστε παράμερα
κι αν τόσους αιώνες κρατάμε τα χέρια μας
 σταυρωμένα μπροστά
είναι που δε θέλουμε να βλέπουνε
πως δεν έχουμε αφαλό
 και μας κουράζουν με τις ερωτήσεις τους

Χειμώνας  ήτανε σας λέω
και φύσαγε και κρυώναμε και πεινούσαμε
Άκου για ένα μήλο…
Για έναν έρωτα γίναν όλα
μια δαγκωνιά του
Την ηδονή  του πληρώσαμε

Τί θέλατε από μας;
τί περιμένατε;
Να μην παρακούσουμε;
Παιδιά δίχως μάννα ήμασταν
Δίχως  μάννα μεγαλώσαμε…

ΑΘΗΝΑ 11/9/2016

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

"ΚΑΙ ΕΊΠΕΝ"

«Και είπεν …»
“Σταματήστε αυτά τα "ανοίξαν οι ουρανοί"
Για όσα υποφέρει η Γη
εαυτούς να αιτιάσθε
Για όσα σάς επισωρεύονται δεινά
εαυτούς να αιτιάσθε
Και όχι, όπως συνηθίζετε οι άνθρωποι,
να ρίχνετε αλλού τις ευθύνες….”

ΑΘΗΝΑ 9/9/2016

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΡΌΜΟΙ ΤΟΥ ΟΝΕΊΡΟΥ

Δρόμοι του ονείρου
ζωντανεύετε αναμνήσεις αγάπης…
Γίνονται οι νύχτες τόποι δασώδεις
 με πουλιά και ρυάκια…
Διαβήκαμε πάλι όλη την ξεγνοιασιά
και την αμεριμνησία του φεγγαρόφωτου…
Περπατούσες πλάι  μου, γοητεία μου απρόσμενη,
 ως ζεστό και εγκάρδιο φως
με τη θωριά του έρωτα των δώδεκα χρόνων…
Φωτοβόλα τα μάτια σου μου μιλούσαν
για τους καιρούς που σε φυγάδευσαν μακριά μου…
Με την ειλικρίνεια των ανθώνων
με την υγρασία της αυγής
και ήταν η αυγή δάκρυα στα μάγουλά σου…
Σου κρατούσα το χέρι
και είχε η καρδιά μου τη διαφάνεια του ρίγους
και την ομορφιά του έρωτα χωρίς επιθυμία…
Δρόμοι του ονείρου αναμνήσεις  αγάπης
 είναι η μέρα ο γαλανός σας όλεθρος…
Μας σκόρπισε στους τέσσερεις ανέμους….

ΑΘΗΝΑ 9/9/2016

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΊΑ

Εγώ ο αριστερός σ’ εμπιστεύτηκα
πίστεψα ότι πιστεύαμε τα ίδια
ότι θα αγωνιζόμασταν
στην ανάγκη θα θυσιαζόμασταν για τα ίδια
Ξέρεις για το δίκιο για τον άνθρωπο
Αν τα θυμάσαι πια…
Κι εσύ λήστεψες τα λόγια μου
συκοφάντησες τα λόγια μου
παραχάραξες τα λόγια μου
Με ψέματα με τύλιξες
με τα ψέματα αναρριχήθηκες
με τα ψέματα κρατιέσαι…
Αλλάζεις ονόματα
αλλάζεις κόμματα
αλλάζεις πρόσωπα
μας γέλασες πάλι…
Αγύρτη γυρολόγε πραματευτή
από ένστικτο να σε υποπτευθώ
έπρεπε.
Από ένστικτο να κρατηθώ μακριά σου…
Εγώ ο αριστερός από ένστικτο
επιμένω στο όνειρο…
ΑΘΗΝΑ 8/9/2016

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΚΗΝΟΘΕΣΊΑ

Μόνος ανακοίνωσε την ασθένειά του
Τίποτα το παράξενο ως εδώ
Πολλοί επώνυμοι ανακοίνωσαν 
πως είναι φορείς ή πάσχουν..
Ως εδώ όμως
Τα άλλα τι τα ‘θελες;
κάμερες και σημειώματα και δηλώσεις;
Επιζήτησες μια θεαματική έξοδο
λες και θα την ζούσες ο ίδιος
Τόσος κόσμος φεύγει όπως ήρθε
μόνος, ταπεινά, χωρίς να το κάνει θέμα
Μα τίποτα δεν έμαθες όσο ζούσες;
ΑΘΗΝΑ 7/9/2016

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Φύτρωσε αγριοσυκιά
στα θεμέλια μου...
Θεριεύει τρώει τα σωθικά μου...
Πως μ' ερειπώνει η μοναξιά μου
Τί γρήγορα απλώνει η όξω μου ερημιά..
Η πληγή που δε λέει να κλείσει
Η πίκρα
Το τέλος που μ' απειλεί
Εκείνα που δεν πρόκανα
Οι καημοί που 'χτίσαν τις σιωπές μου
Αυτός που εγώ στ' αλήθεια είμαι
και που θα μείνει άγνωστος
Σα μια μεγάλη λησμονιά....
ΑΘΗΝΑ 6/9/2016

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

'ΑΛΓΟΣ ΓΛΥΚΌΝ

Δρόμοι στην πέτρα και το χώμα…
Τα πρόσωπά τους έσκαψε  η βροχή
Ω ευωδιές της ανθισμένης λυγαριάς
μονοπάτια που σκαρφαλώνει η μνήμη…

 Κι ο πλάτανος που υπομένει
την απληστία του κισσού…
Κι η σκέψη που επαναλαμβάνει επίμονα

- Μέγα πλήθος καλοσύνης
μέγα πλήθος καλοσύνης….

Τα νερά που κυλάνε
 τα νερά που ποτίζουν
 τα νερά που δροσίζουν…

Οι καρυδιές με τα πόδια στο ρέμα
Οι ιτιές με τα μαλλιά στο ποτάμι…

Τα μάτια που  βλέπουν
 τα μάτια που ακούν
τα μάτια που λαχταράνε
κάθε φορά στους τόπους
 που έλαχε να γεννηθούν…

 Στους τόπους
που έλαχε οι καρδιές
να ζήσουν…

Τόποι πατρίδες των ψυχών μας…
Πηγές  ιαμάτων …

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 4/9/2016

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

ΕΞΌΔΙΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΊΑ

-Μά , έκανε να πει ο παπα Σταμάτης…
- Αρχίνα παπά τον αντίσκοψε ο Μαθιός, επίσημος διερμηνέας , που μπαινόβγαινε ελεύθερα στο τοπικό διοικητήριο των γερμανών και που στις έξη τα ξημερώματα πήγε και πήρε τον παπά από το σπίτι του να πάει να ψάλλει, ψηλά στο ‘ξωκκλήσι του Άη Ζαχάρη , κάποιον που εγκατέλειψε, έτσι του είπε, τα εγκώσμια… Ποιός; είχε αποκοτήσει την ερώτηση ο παπα Σταμάτης μα και τότε δεν πήρε απάντηση.. – Πάμε παπά και μη ρωτάς… όταν θα ΄ρθει η ώρα θα μάθεις… κίνα…. Και κίνησαν μπροστά οι δυό τους πίσω και πλάι τους καμιά δεκαπενταριά γερμανοί με τα όπλα « ανά χείρας»… Φτάσανε στην εκλησιά μπήκαν μέσα και νεκρό δεν είδαν… Ξαναγύρισε απορημένο το βλέμμα του ο παπάς μα και πάλι έμεινε με την απορία… Αρχίνα , πήρε την εντολή, μπήκε στο ιερό και έβαλε μπροστά την λειτουργία.. – Ευλογητός ο Θεός ημών… άμωμοι εν οδώ… ευλογητός ει Κύριε δίδαξόν με… έτι δεόμεθα υπερ αναπαύσεως του κεκοιμημένου δούλου σου… ποιού; ξαναρώτησε με τα μάτια ο παπά Σταμάτης και πάλι συνάντησε βλέμματα παγερά και αδιαπέραστα και κατάλαβε πως καλλιά του ήτανε να συνεχίσει έστω και χωρίς το όνομα του κεκοιμημένου και διάβαζε και έψελνε και μέσα του τον έτρωγε απορία και ανησυχία γίδα μαύρη και όλο κοίταγε κατά την πόρτα μη και έρχονται , μη και κουβαλάνε τον μακαρίτη… τίποτα να ανεβαίνει το μονοπάτι… ούτε και όταν μαζί με το «όπως Κύριος ο Θεός τάξει την ψυχήν αυτού ένθα οι δίκαιοι αναπαύονται» έφτασε μέχρι το παραπόρτι του ιερού και ανοίγοντάς το είδε απέξω τρεις γερμανούς στρατιώτες παραταγμένους ,έβγαλε συμπέρασμα.. Μόνος δίχως ψάλτες και επιτρόπους , δίχως κεριά και καντήλια να καίνε έψελνε και έσπαγε το κεφάλι του να βγάλει άκρη ώσπου κάτι πήρε το μάτι του που είχε σκύψει ο γερμανός επικεφαλής στ’ αυτί του Μαθιού και... « συντόμευε παπά… δε θα τα πεις κι ούλα» και συντόμευσε ο παπάς και κατέβηκε από το ιερό και κίνησαν για την επιστροφή, πάλι όλοι μαζί , μπροστά ο παπάς και ο διερμηνέας , πίσω και πλάι οι γερμανοί και βάδιζαν άκρη άκρη στο ρίζωμα του χαρακιού και δεν άντεξε άλλο ο παπα Σταμάτης ρώτησε « πες μου μπρε ποιανού κηδεία ήταν;» και πριν αποσώσει το λόγο του « η δική σου παπά» και έσπρωξε ο γερμανός με το κοντάκι τον παπα Σταμάτη στο γκρεμό και χάθηκε με μια κραυγή γοερή που αντιβουίξαν ένα γύρω τα φαράγγια…
Στα ύστερα χρόνια ο επισκέπτης μπορούσε να δει στο ταπεινό κοιμητήρι του μικρού εκείνου ορεινού χωριού τον τάφο του Μαθιού να λάμπει ντυμένο μαύρο γρανίτη από το μαξούλι που έκανε από τα σούρτα φέρτα του με τους γερμανούς… και οι ξένοι ρώταγαν και λόγο καλό από στόμα χωριανού για το Μαθιό δεν άκουσαν … και ξεκόλλησαν με τον καιρό τα μαύρα μάρμαρα… και φάνηκαν κάτω από το φτενό λούστρο πέτρες και χώματα φτηνιάρικα και λασπερά σαν την ψυχή του…
ΒΑΣΙΛΑΚΙ 29/8/2016

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Κι αν είθισται να φορτώνουμε τον Αύγουστο
ευχές ελπίζοντας μια εφήμερη ανεμελιά
ποτέ δεν έπαψε να μυρίζει καμένο πεύκο
παρακλήσεις για βροχές που άργησαν και Θάνατο ...
Πονάει ο Αύγουστος
" Αγία Τηλλυρία πως να ιχνογραφήσω τη μορφή σου...
Να θυμάσαι και μας και την Τηλλυριά
τουλάχιστον να μας θυμάσαι κάθε Αύγουστο...
Αύγουστος μήνας, μήνας και φωτιά
φωτιά και θάνατος....
Τη λυτρωτική βροχή περίμενε ένας γέρος ογδοντάχρονος
- βρέξε Θεέ μου βρέξε.... "
και φλόγιζαν τον τόπο βόμβες ναπάλμ
Και τούτο τον Αύγουστο είμαι με τις χαροκαμένες μάνες
"Κύπρον ου μ' εθέσπισεν" η μνήμη η σκληρή....

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 1/8/2016

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

ΠΛΗΓΕΣ

Ο χρόνος κύμα
 Ο άνεμος που λιμνάζει
Η πέτρα  η ακίνητη
Η Τίρυνθα
Δρόμοι που διάβηκα
Πείσμονες έρωτες
Θυμοί
Πόνοι που συμποσούνται

Όσα θυμάμαι,
όπως τα θυμάμαι,
Εικόνες

Περηφάνειες ματωμένες
Άγριες μάννες
Σκούρες μάννες
Και μνήματα
πολλά μνήματα…..

ΛΑΚΚΟΙ  15/7/2016



Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

ΜΙΚΡΉ ΧΩΡΙΆΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Πάνε χρόνια από τότε που η Αγιώτα - και τη λέγαμε Αγιώτα επειδή σε κάποιες λέξεις, στην αρχή τους, πρόσθετε ένα δικό της όσο και αυθαίρετο «α» , «αφάγαμε ασταφύλια» - ερχόταν προς το χωριό από το δρόμο του κοιμητηρίου και άκουσε ψηλά από την εξώπορτα την Αγγελική να μιλάει φωναχτά με κάποιον ή κάποια από απόσταση τόση όση απέχουν τα σπίτια στο χωριό, έχοντας το καθένα και τον κήπο του.
Άκουσα και εγώ που έτυχε να είμαι εκείνη την ώρα έξω από το πατρικό μου και που η αυλή του βγαίνει μέχρι το δρόμο, αλλά ομολογώ δεν έδωσα καμία σημασία, σύνηθες φαινόμενο σε τούτο το χωριό η κουβέντα από μακριά, αλλά υποψιάστηκα, όταν η Αγιώτα, λεπτή όπως είναι και σβέλτη, πάρα τα εβδομήντα τότε , πάνω κάτω, χρόνια της, επιτάχυνε το βήμα και με ρώτησε με προσποιητή αδιαφορία « α με ποιόν αμίλαγε η Αγγέλω Θοδωρή;». Αν και δε φημίζομαι για την ικανότητά μου να διακρίνω προθέσεις πίσω απ’ τα λόγια, εκείνη τη φορά δε θα μπορούσα να μην προσέξω την ανησυχούσα ζήλεια που υπέκρυπτε ο δήθεν ράθυμος τόνος της φωνής της και αντί να πω, ως θα έκανα αυθόρμητα, «με τον Κώστα» - και ήταν ο Κώστας ο έρωτας και αδιέξοδο πάθος και καημός που είχε διασχίσει πολλάκις τα σαράντα κύματα φορτωμένος βάσανα και πόνο, μα πιο πολύ χλεύη και ειρωνείες, εδώ και εξήντα χρόνια της Αγιώτας - πήρε στροφή η κούτρα και η γλώσσα μου και είπα « με την Χριστίνα» - και ήταν η θειά Χριστίνα, δίπλα στο σπίτι μου και μεγαλύτερη στα χρόνια από την Αγιώτα, τύπος αριστοφανικός, Θεός σχωρέσ’ την, κοντή και χοντρή και αθυρόστομη και ιστορίες πολλές λέμε ακόμη στις παρέες στο χωριό και γελάμε με τα παθήματά της και τις μνημειώδεις ατάκες της, όπως τότε που βλέποντας να περνάει στο δρόμο ο νεοχειροτονημένος παππάς και υποθέτοντας ότι πηγαίνει να διαβάσει παρακλήσεις στα μνήματα, άλλο τώρα αν ο παππάς πήγαινε να ταίσει τις κότες του, πετάχτηκε φουριόζα και « έλα δω ρε που πάς έτσι με τα χέρια αδειανά… που είναι το πετραχήλι σου, που είναι το θυμιατό σου με την πούτσα σου θα λιβανίσεις;» - αλλά η Αγιώτα δε με πίστεψε …
- Ποια αΧριστίνα ρε αφού δε μιλιώνται
- Δε μιλιώνται; Και τι έχουν να χωρίσουν;
- Αμ που είσαι συ ρε… αξέρεις τίποτα;…σκοτωθήκανε..
- γιατί ρε Γιώτα;
- για έναν κόκκορα της Αγγέλως… Λάλαγε και ενόγλαγε τη Χριστίνα, δε μπόργειε να τον ακούει
- και τι έγινε;
- του ‘πε η αΧριστίνα.. « μα που τον κακό σκασμό να βγάλεις, μα που να πάρει ο διάολος τον τέντζερη που θα σε βράσει» και την άκουσε η Αγγέλω και για να σκάσει η Χριστίνα φώναξε στον κόκκορα « λάλα το πουτσούλα μ’ λάλα το» και από τότε ούτε να δει η μια την άλλη…
Αυτά κι έφυγε η Αγιώτα κατά το σπίτι της, σκοτεινιασμένη που δεν πήρε απάντησε τέτοια που να ησυχάσει την ανταριασμένη ζήλεια της ή που να της δώσει αφορμή να περάσει την Αγγέλω γενεές δεκατέσσερες , και εγώ έμπλεος περιέργειας και με πειραχτική διάθεση φώναξα… « θειά Χριστίνα είσαι σπίτι;» , «εδώ είμαι λεβεντάκο μου» , «έρχομαι να πιούμε καφέ» …
Άλλο που δεν ήθελε η θειά, άνθρωπος, της κουβέντας και της παρέας, φτιάνει καφέ και κάτσαμε στη βεράντα του σπιτιού της , φάτσα στον κήπο της Αγγέλως και τον κόκκορα
- Δε μου λες ρε θειά..τι άκουσα… είναι αλήθεια;
- Ποιο Θοδωράκο μου
- Που μάλωσες με την Αγγέλω… Μεγάλες γυναίκες και έχετε παρέα η μια την άλλη…
- Εγώ μάλωσα; Εκείνη την πιάνει το σιγενικό της και τρώγεται ούλη την ώρα.. μα να του πει « λάλα το πουτσούλα μ’ λάλα το» αντί να τον λαιμουργιάσει να βγάλει το σκασμό
- Μα και εσύ… δεν ήταν κουβέντα να πεις «μα που να πάρει ο διάβολος τον τέντζερη που θα σε βράσει» …
-Εγώ.. είπα εγώ τέτοιο πράμα; Να μη σώσω να σηκωθώ από την καρέκλα μου..
- Και τι είπες ρε θειά..
-Εγώ είπα να την πάρει ο διάολος εκείνη και να τον φάμε σούπα στην κηδεία της…
- Α τότε αλλάζει , είπα σκασμένος στα γέλια, ο κόσμος ότι θέλει λέει…άδικα σε κατηγόρησαν…
ΒΑΣΙΛΑΚΙ 4/7/2016 

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

ΓΥΡΝΩΝΤΑΣ ΑΠΌ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΚΥΠΡΙΑΝΟ

Γυρνώντας, πριν λίγο καιρό, από το μοναστήρι του Αγίου Κυπριανού, εκεί στην έξοδο από τη Χασιά ένα τσιγγανάκι, αγοράκι, γύρω στα οκτώ, που κρατούσε στα χέρια του μερικά καλαμένια καλαθάκια μου έκανε σινιάλο… σταμάτησα και μου ζήτησε να το πάρω μέχρι τα Λιόσια… Μπήκε το ρώτησα πόσο πουλάει τα καλαθάκια μου είπε τρία ευρώ , πήρα ένα λες κι είχα κότες για να βάζω τα αυγά, και πως μου ‘ρθε και το ρώτησα αν ξέρει κανέναν να φτιάχνει ψάθινες καρέκλες… Μου λέει ο παππούς μου… πού είναι ο παππούς σου; … Στο σπίτι μας στα Λιόσια… Φτάσαμε, το σπίτι ήταν ένα μεγάλο κυκλικό τσαντίρι και ο παππούς στην αυλή, ξυπόλητος και παρέα με έναν άλλο τσιγγάνο, είχε σταυρώσει μερικά κλαδιά λυγιάς και είχε ξεκινήσει το σκελετό κάποιου μεγάλου καλαθιού… κατέβηκε το τσιγγανάκι κάτι του είπε με κοίταξε ο γέρο τσιγγάνος και μου λέει… Πού είναι οι καρέκλες; …Λέω να αγοράσω καινούργιες θέλω…. Γύρισε κάτι είπε στον άλλο τσιγγάνο και ...
- Ντώσε μου το τελέφωνό σου
- τι το τέλεις τελέφωνο… έκεις συ τελέφωνο; λέει ο άλλος τσιγγάνος
- έχετε κάπου να το γράψετε; ( εγώ )
- έκει μολύβι ρε;
- όκι… έκεις εσύ;
- αφού έκει ρε γιατί ντε το ντίνεις..
Κάνει μια κίνηση ο άλλος τσιγγάνος και βγάζει ένα στυλό, το λιγότερο πάρκερ μεταλλικό
- να γκράψε
-εσύ γκράψε
- όκι εσύ… ντε ξέρεις να γκράφεις;
- Γκιατί εσύ ξέρει;
γυρίζουν και οι δυό στο μικρό… εμένα με αγνόησαν θεωρώντας με προφανώς πιο αγράμματο από τους ίδιους ή ανάξιο της εμπιστοσύνης τους
- Τα γκράψεις μπρε το τελέφωνο;
- ναι παππού… δώσε μου ένα χαρτί..
- καρτί έκεις ρε;
- όκι
- και τι το κάνεις το μολύβι κωρίς καρτί… Εσύ καρτί έκεις; ( σε μένα )
- στο αυτοκίνητο
- να γκράψε εντώ… και δείχνει στο τσιγγανάκι το τεντόπανο του τσαντιριού ..πέ το τελέφωνο
- 6…. 9… 7… 7… 2…9… 8 ….
το τσιγγανάκι έγραφε ….
- Τα σε πάρω τελεφωνο… και γύρισε στο πλέξιμό του…. Χαιρέτησα και έφυγα….
Εννοείται ότι ποτέ δεν με πήρε τηλέφωνο…. Εννοείται ότι αγόρασα ψάθινες καρέκλες…όχι από μαγαζί.. .από τσιγγάνο… αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία το ίδιο αληθινή… κι όλο λέω να περάσω από τα Λιόσια να δω αν το τηλέφωνό μου είναι ακόμη γραμμένο στο γύρο του τσαντηριού… να … σα μια μικρή ματαιοδοξία…

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

«ΕΝ ΑΡΧΉ ΤΟ ΦΩΣ»

«Εν αρχή το φως»
η Ομορφιά και το Θαύμα
το  Άφατον και Μέγα Ποίημα

Η Γη και όσα είναι η γη
Ο Ουρανός  αχανής ωκεανός
και τ’ αστέρια στα βάθη του

Ηλιοβασιλέματα πάθη
κι όσα την ψυχή σηκώνουν
 ψηλά
απαλλαγμένη απ’ τα βάρη της

Ευλογημένα τα μάτια
που αργοπορούν
ανθολογώντας  το κάλλος

τα ποιήματα
 που ευτύχησαν
να μην έχουν ανάγκη τα λόγια

παρά ανεβαίνουν άηχα
σε χέρια  εύγλωττα
σαν τότε που η Σταυρούλα
 παράστησε με περισσή σαφήνεια
το χρώμα του ροδάκινου
το ξάφνιασμα της αστραπής
 και το βαθύ πλαϊνό
σκίσιμο της φούστας
 κι άστραψε  στ’  ακροδάχτυλα
 όλη η μέσα πεθυμιά της
κι η γλώσσα η νευματική
με όλο μετέχοντας το σώμα της
δεν άφηναν τίποτα
 αδιευκρίνιστο
 έτσι που ξεχάσαμε εντελώς
πως η  Σταυρούλα
 είναι κωφάλαλη
εκ γενετής

και βρήκε το ποίημα
 ‘κείνες τις στιγμές
την παλιά του αίγλη
κι έγινε φεγγαρόφωτα
και  πήρε ο Έρωτας ξανά
 σχήματα ηδυπαθή
και καμιά δε θέλησε
ν’ αρθρώσει λέξη….

ΑΘΗΝΑ 29/6/2016

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

ΣΚΛΑΒΟΙ ( ή Michelangelo di Lodovico Buonarroti )

Το ποίημα στην πέτρα
γέννα επώδυνη

Το σκαρπέλο  να σπάει
 την περίσσεια ύλη
η μορφή βασανιστικά να προβάλλει
από το μάρμαρο
 που χρόνια την κλείνει

Τούτο το γέρο τον δυναστεύουν
 εμμονές

Οι πέτρες που αντιστέκονται

Το ασκημένο μάτι του
ιχνηλατεί τα σπλάχνα τους
ν’ αποκαλύψει τον άγγελο
να φέρει στο φως την Παρθένο

το ένθεον κάλλος να υψώσει
ως το Ασύλληπτον Τέλειον

Σε ομοούσιον Ένα  να συνθέσει
 το θαύμα των τεσσάρων Τεχνών
που διακονεί

Το πνεύμα που ελευθερώνει
και ελευθερώνεται

«Ο σκλάβος που κοιμάται»
« Ο σκλάβος που εγείρεται»
« Ο σκλάβος που εξεγείρεται»
« Ο σκλάβος που πεθαίνει»

Το πρόσωπο ακόμη ασχημάτιστο
ένα χέρι που αναδύεται
 ένα πόδι πιο κάτω
 και η αλυσσίδα με τη μπάλα
στην άκρη


Σε τούτο το γέρο αγωνιά
το ημιτελές που αντέχει
 στις σφυριές  του

κάποτε το υποτάσσει
κάποτε του υποτάσσεται

Σε αγάλματα χάραξε
την ψυχή του
και χαράχτηκε Ποίημα

 να το κρατάει ασάλευτο
 ο όγκος της αλήθειας του…

ΑΘΗΝΑ  20/6/2016

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

ΣΤΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ

Μια Αθήνα μέσα στην Αθήνα
 σκουντουφλάνε  πάνω της οι καθώς πρέπει
προσποιούνται  πως την αγνοούν
εκπλήσσονται
όπως τότε στην αφετηρία  για τα δυτικά
Ζήνωνος  που το λεωφορείο αργούσε
 και ο κόσμος  να χειρονομεί
να διαπληκτίζεται  και δεν είχε πάει
 ούτε μια στάση που ο τσιγγάνος
ξηρομερίτης στη μορφή και το ντύσιμο
λιγνό μουστάκι και ριγέ κουστούμι
και λάδι στα μαλλιά
 έβγαλε το κλαρίνο του και έπαιξε ατάραχος
 το « παιδιά μ’ γιατί  ‘στε ανάλλαγα»
ένα πανδαιμόνιο γύρω του
 και να γυρίζει με το πιατελάκι
 κάτι λίγα πενηνταράκια 
 φτωχός ήχος από τσίγκο και   μπακίρι

και την άλλη φορά
που μπήκε ένας  άστεγος
 άπλυτος και αξύριστος μήνες
 και κάνανε πηγάδι γύρω του αφήνοντας κενό
 μην τον ακουμπήσουν και μη τους ακουμπήσει
τόση πολλή  λέρα
και κοίταζαν όλες και όλοι
όξω και πάνω  από τους ώμους του
 και κάποιοι άνοιξαν τα παράθυρα
 σαν να μην υπήρχε ώσπου μπήκε μέσα
 ο αλβανός  και δίχως  συστολή καμία
 άνοιξε το σακκίδιο και έβγαλε
 ένα αποσμητικό χώρου
 και ψέκασε  τον άστεγο κατάμουτρα
 και γύρω  από την πλάτη και τα πόδια του
χαμόγελα και χάχανα

σαν τότε στην Κάνιγγος
 χειμώνας και πρωί και χιόνιζε που μπήκε
 μια κοπέλλα τριάντα τριανταπέντε
 με ένα τσίτι καλοκαιρινό  ξεκάλτσωτη
και ούτε κλάτσαρο  στα πόδια τα γυμνά
 και  όλες  και όλοι κοίταζαν ξανά αλλού
σαν να μην  έβλεπαν τις χιονίστρες
 στα χέρια και τις γάμπες της
σαν να μην έβλεπαν τα άδεια της τα μάτια
 και αδιαφορώντας  που  τα τακούνια
και οι σόλες τους  μάτωσαν τα νύχια
και τα δάχτυλά της,
« που διάολο πήγαινε έτσι αξάγκλιγη
 πρωί πρωί και μπερδεύεται στον κόσμο
 που πάει στις δουλειές του,
ούτε που να πατήσουμε δεν έχουμε
 καμιά λωλή  θα ‘ναι
γαμήσι που θέλει να ΄ρθει να στανιάρει»
κουβέντες φτηνές και αδιαντροπιά
τέτοια αναλγησία

και η  νυχτερινή γραμμή
 « Πειραιάς Κηφισιά»
για όσους δουλεύουν
Σαββατοκύριακα και νύχτα
 περνάει από την Αθηνάς
και αφήνει Πακιστανούς
και άλλους που τρυπώνουν
στα εγκαταλειμμένα της Ευριπίδου
 και στα γύρω στενά
 καθάρισαν την Κουμουνδούρου
 πλατεία Ελευθερίας πια
«τους βάλανε και λεωφορεία τώρα
 να τους φέρνουν τη νύχτα στις  πουτάνες,
που μας καταντήσανε,
άει σιχτίρ πια γιόμισε ο κόσμος
γλίτσιδες  θα μας κολλήσουν τίποτα»

Η Αθήνα κάτω από την Αθήνα
σκαθάρια στα σκατά,   στις άκρες
 απ’ τα πέλματα των νοικοκυραίων ,
στους κάδους με τα λίγα αποφάγια,
αρουραίοι που σκορπάνε
 το ίδιο ξαφνικά όπως φανήκανε…

ΑΘΗΝΑ 20/6/2016

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

ΕΙΚΌΝΕΣ

Ο γέρος που τον ξέχασαν

κάθεται σε μια παλιά καρέκλα
 κοντά στην οξώπορτα
ακούει τη ζωή που βιάζεται
 γύρω του
ο καταρράχτης δεν τον αφήνει
να δει κατά που χάνονται
 οι φωνές…

Η πόρνη από απόγνωση

περπατάει χωρίς να στρέψει
το βλέμμα
αρνείται τα μάτια
που την παραμονεύουν
τα λόγια στ’ αυτιά της
 μέχρι που ξεκλειδώνει
 η πόρτα της
πέφτει στον καναπέ
το κεφάλι της
στα δυό της χέρια

Τα παιδιά  τα ξυπόλυτα

τα καλοκαίρια
δίχως άλλο ρούχο
μέσα στα μαύρα τριμμένα
 σώβρακά τους
ιδρώτας και σκόνη
 λάσπη στα πόδια τους
 στα χέρια στα μούτρα τους

Άθλια συνοικία

ξεχασμένη
σοκάκια  και σκουπίδια
 και κάτουρα
εγκατάλειψη
και σπασμένες πόρτες
και σαβούρα στοιβαγμένη
 στις μεσαυλές
η παραίτηση
που λιμνάζει
το ψωμί που λείπει

από πού να πιαστούν…

άκουσαν κάποιον να λέει

«ονειρεύτηκα πως έτρωγα
 βραστές πατάτες» …

ΑΘΗΝΑ  19/6/2016

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

ΑΠΟ ΝΕΡΟ ..

Είναι καιρός που προσπαθώ
 να σε φτιάξω μόνο από νερό

 Διάφανη, να βλέπω μέσα σου
 μέχρι εκεί που ακουμπάει
ο πόθος μου

 Την πηγή που πλημμυρίζει
κάθε φορά που λύνεσαι
Το άρωμα που είσαι
 με προσπερνά, με φτάνει…
 με προσπερνά,  με φτάνει…
κι όλο χάνεσαι

Μου γλυστράς  ,  χύνεσαι ...

Επιμένω

Κι όλο απ’  την αρχή
 και μόνο από νερό…

 Για να μη καταφύγω στο φως
 που τυφλώνει…

Κι αν δε μπορέσω
θε να σε  κλείσω σ’ ένα δάκρυ μου…

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 15/6/2016

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

ΜΙΑ ΑΠΡΌΣΜΕΝΗ ΣΥΝΆΝΤΗΣΗ

«Χρυσοστέφανη Αφροδίτη τούτη την τύχη  μου φύλαξες».
Να ψάλλω. Να τραγουδώ τον έρωτα…

Μόλις βγαλμένη απ’ τα νερά, μελαμψή,  σκούρα μαλλιά και μαύρα μάτια,  στην πέτρα  επάνω έσταζε  θάλασσα και επιθυμία λιγωτική  , στραμμένη νότια , ιέρεια  και ήταν η εκκλησιά σε σχήμα πόθου,  ξόρκια ακατάληπτα  μουρμουρίζοντας…

«Έρος δηύτέ μ’ ο λυσιμελής δόνει, γλυκύπικρον… δαύοις απάλας ετάρας εν στήθεσιν»*

Και ούτε που ένοιωσε την παρουσία του μικρού αγοριού που έντρομο μπροστά στη γύμνια της ομορφιάς της αποθησαύριζε το θαύμα που έμελλε πολύ μετά να ιστορήσει… «Σγουρό εφηβαίο με το λίγο σάλιο ψηλά στην κώχη των ποδιών.. βαθύ γαρύφαλλο ακρωτήρι»… και έμενε ακίνητο στο θάμβος που ‘φεγγε τον τόπο γύρω και  τα σπλάχνα του, καθώς μικρό πουλί μαγνητισμένο από φιδιού τα μάτια που μένει ασάλευτο, ανήμπορο να ανοίξει τα φτερά του… και μόνο ώρα μετά το είδε, ντυμένο στα λευκά, ναυτάκι του καλοκαιριού, και είπε ήσυχα. « Η θάλασσα , η αύρα με θέλουν γυμνή… τις θέλω γυμνή… Είναι η γύμνια από μόνη της μια ηδονή, όμοια με την οδύνη της γρατζουνιάς στη σάρκα μας.. Είμαι η δική σου μοίρα.. Αιώνες μετά θα με ανασυντάξεις από τα συντρίμμια μου. Τούτα τα συντρίμμια, λόγια φθαρμένα, τρίμματα, είναι η κληρονομιά μου… αυτά θα ορίσουν τη ζωή σου…  και να θυμάσαι…

« Η μισή αλήθεια βρίσκεται σ’ αυτά που λες. Η άλλη μισή στον τρόπο που τα λες… Η αλήθεια θέλει χάρη να την διηγηθείς ..Είναι η αρχιτεκτονική των αισθημάτων μας. Μελωδεί το κάλλος, εν αρμονία ανθεί… πρόσεξε… «Κέλομαί Σε Γογγύλα…» ..βραχύ, βραχύ, μακρό… βραχύ, βραχύ, μακρό… Τα ψιλόλιγνα ιώτα να λυγάνε σα στάχυα, η φωνή να κυματίζει.. στη βάση της να ηχεί τύμπανο, οι συλλαβές ν’ ανεβαίνουν  φτερωτές στις χορδές της άρπας… έχει βάσανο τούτος ο δρόμος.. μέχρι να μπορέσεις να σηκώσεις το καθημερινό σου βάρος ένα ελάχιστο πάνω απ’ το χώμα… Τούτη η ανάταση είναι η ποίηση… ένας κόσμος πάνω απ’ τον κόσμο, μια θάλασσα πάνω απ’ τη θάλασσα.. Τότε οι δρόμοι, τα σπίτια,  οι τόποι, τα δέντρα θα σε σιμώνουν με αγάπη και εμπιστοσύνη.. περιμένουν από σένα να τους δώσεις φωνή… και ακόμη

Η ωραιότητα στη Φύση έχει πάντα το αντίστοιχό της στο γυναικείο κορμί… Είναι η γυναίκα γη και πηγή  και  φύλλωμα ..Να κλείνεις τα μάτια και να νοιώθεις το φως της. Να σε φωτίζουν οι χαρές και τα δάκρυα της.. να μιλάς για τα κάλλη της και να μπερδεύονται στο στόμα σου τριαντάφυλλα… Είναι η ποίηση γυναίκα.. Θέλει ειλικρίνεια και έρωτα… Ξέρεις οι λέξεις όταν υμνούν τον έρωτα μυρίζουν περγαμόντο… Να νοιώθεις στη γυναίκα αυτό που είναι… Χνούδι κι ανατριχίλα στην άκρη από τα υγρά σου δάχτυλα, όταν σου δίνεται με μισοκλεισμένα μάτια… Τόσο βαθιά να σε πηγαίνει στις γεύσεις και τις ευωδιές… Μέχρι την άλλη όχθη.. Είναι η γυναίκα μια έκπληξη διαρκής, όμοια με το σώμα της γλώσσας μας και κάτεχε άλλη όχθη δεν υπάρχει… μόνο κόπος και πόνος και όσο θα κατακτάς τούτα τα σώματα τόσο η ηδονή θα απλώνεται ατέρμονη»… τ’ όνομά μου είναι Ψάπφα είπε και εχάθη…

«Οδυσσέα που τριγυρνάς παιδάκι μου… Έλα και σε περιμένει ο παππούς σου να πάτε μέχρι το λιοτρίβι…». Το μικρό αγόρι άκουσε τη φωνή της μάννας του που βγήκε  ανήσυχη να τον περιμαζέψει, καθώς ήξερε καλά το παιδί της, αχμάκης και αλαφροϊσκιωτος, που επινοούσε και διηγιόταν ιστορίες τόσο γοητευτικές, που φάνταζαν αληθινές σαν ποιήματα…

* Γλυκόπικρος, πάλι, με συγκλονίζει ο έρωτας… παράλυσε τα μέλη του κορμιού μου… της φιλενάδας χαϊδεύεις τα απαλά βυζιά…

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 9/6/2016

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Περίπατος

Στάθηκε μια στιγμή αποσταμένος. Κοίταξε γύρω του  σκόρπια στο χώμα κομμάτια από σπασμένες κολώνες , το περίγραμμα του ναού ,  ό,τι είχε απομείνει σε μια αδρή κάτοψη, πλάκες , απομεινάρια από αναθήματα,  όλα τυλιγμένα από τ’ αγριόχορτα, απ’ αγριολούλουδα , πόσες Άνοιξες , σκέφτηκε, ήρθαν και τα στόλισαν, πόσες βροχές έπλυναν τούτα τα κουφάρια, πόσα ηλιοκάματα έψησαν τα σώματά τους… Ερχόμαστε από μακριά σκέφτηκε. Τούτες οι πέτρες εμείς, τούτοι οι θάνατοι εμείς, τα λυμένα κουφάρια μας, και η συγκίνηση ήταν μεγάλη, καθώς το βλέμμα σταμάτησε στην ακίνητη σαύρα πάνω στο σπασμένο μάρμαρο. « Εναπόκειται στην ικανότητα του νου μας να ανασυνθέτει την ιστορία από τα ερείπια της τέχνης»  μονολόγησε. « Για την ακρίβεια να συλλαβίζει  την ομορφιά με την καρδιά του» συνέχισε τη σκέψη του. « Τούτα τα σκόρπια χαλάσματα ότι απομένει από τα παλιά και φορτώνει τις ψυχές μας» … και ο νους του πέταξε   στην τέχνη που διακόνευε

 «Μη δεν είναι και η ποίηση, η ομορφιά της, στίχοι απομεινάρια που αποθησαυρίζει η  συλλογική μας μνήμη;  Στίχοι που σώζονται σαν αποφθέγματα και ανεβαίνουν κάθε τρεις και λίγο στα στόματά μας;   Στίχοι σηματωροί που μας στοιχειώνουν, βάλσαμο στις πληγές μας ;  Μακάριοι όσοι στόχευσαν σε κορυφές ψηλές και άφθαστες  Μακάριοι οι ανικανοποίητοι. Η τέχνη τους , τα συντρίμμια της οδύνης τους. Το ανικανοποίητο τους η παρακαταθήκη τους. Προσκυνώ Διονύσιο Σολωμό και προσκυνώ Γιαννούλη  Χαλεπά Προπλάσματα από  λόγια, προπλάσματα από πηλό… Γράφει σκίζει, γράφει σκίζει… πλάθει λιώνει, πλάθει λιώνει.. . καμιά μορφή δεν ικανοποιεί το όραμά τους… Η διαρκής επανάσταση, η διαρκής αμφισβήτηση, η διαρκής ανατροπή. Να μην επαναπαύεται ποτέ η ψυχή, να υποπτεύεται το εύκολο, να φεύγει μακριά από  την εφήμερη επευφημία. Τέχνη είναι να είσαι κάθε στιγμή στην αρχή. Να αμφισβητείς και να επαναπροσδιορίζεις ξανά και ξανά το πρώτο βήμα»

Να μην επαναπαύεται ποτέ η ψύχη… να μην επαναπαύεται ποτέ η ψυχή…  επαναλάμβανε όλο εκείνο το πρωί ώσπου γύρισε σπίτι του και έσκυψε ξανά στα χαρτιά του…

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 6/6/2016