Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

650 ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ

Κάθε που κινάς για νά 'ρθεις...

Πως φεύγει ο δρόμος σα χαρά...
Ριγούν τα λόγια τρέχουν...
μίλια λόγια
μίλια σκέψεις προπορεύονται….


Χιλιάδες μέτρα τραγουδάνε..
Πως λαχταράνε  μάτια τέσσερα...
Γλυκά λιγώνει η προσμονή
καρδιές π’ αδημονούνε...

Έχει η αντάμωση δρόμους αλαφριούς
ίσα που ακραγγίζουν  το χώμα οι ψυχές
πετάνε...-

ίσια σε μια αγκαλιά που περιμένει...
Μ' αρέσει τούτη η παιδωμή..
Ο έρωτας που πείσμωσε
και γεφυρώνει τα βουνά...
και γεφυρώνει θάλασσες...

και γεφυρώνει αγάπες...

εξακόσια πενήντα χιλιόμετρα
καημός...

κάθε που φεύγεις
βαραίνει ο δρόμος και τα στήθη ασήκωτα
η πλάτη σου που χάνεται στο βάθος

Μουσκεύουνε τα μάτια κι οι στεναγμοί...

λυμένα πόδια
λυμένα χέρια..

Κάθε φευγιό μια ήττα...
Ο έρωτας που δείλιασε
χιλιάδες πρέπει τον ματώνουν....

Κάθε φευγιό
εξακόσια πενήντα χιλιάδες
μέτρα βήματα βαριά
ντυμένα πένθη
δάκρυα...

Βουβά χιλιόμετρα
στόμα αμίλητο
μηνίγγια σφυριά
το φως σε γέρμα...

εξακόσια πενήντα χιλιόμετρα
πυρκαγιά..
πυρώνουν καίνε…

ο Έρωτας…
τέσσερα μάτια κόκκινα….

ΑΘΗΝΑ 30/3/2014

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

                                                                Α'

Εκείνο το βροχερό πρωινό ο Γιάννης, κρατώντας μια σακκούλα στο χέρι  περπατούσε προς το εργοστάσιο που δούλευε,  κοιτάζοντας επισταμένα  τα χορτάρια στην άκρη του δρόμου μη και  βρει τίποτα  χοχλιούς  να μαζώξει, που, σαν κρητικός, τους είχε αδυναμία… Το δεξί του χέρι είχε μια μόνιμη κάμψη στον αγκώνα , απ’ όταν μια άλλη μέρα παλιότερα θέλησε να εκδικηθεί τον άντρα που του ξελόγιασε και του πήρε τη γυναίκα… Μικρός παντρεύτηκε, μικρός ξενητεύτηκε στη Γερμανία, αφήνοντας πίσω στο νησί, όμορφη και με νάζι μαργιόλικο τη γυναίκα του λιγνή και καστανομάτα,  θέρμη ασίγαστη και που να βρει να σβήσει… και βρήκε… κρυφά και μυστικά,  α όλα κι όλα σεβόταν η Μαριώ  την  υπόληψή της και το στεφάνι της…  και  αργότερα είχε να το λέει… «τούτο  εδώ  - και χτυπούσε το κούτελό της – εγώ το κράτησα ψηλά… ότι έκανα , όρθια το έκανα»… Στην αρχή δηλαδή γιατί μετά, όπως διηγιόταν ο ίδιος ο Γιάννης κι όπως του τα προλάβανε, όπως γίνεται συνήθως ,αργά, η ζημιά είχε γίνει… και μεγάλη… δούλευε ο Γιάννης  μέχρι και δυο βάρδιες, μέχρι και τις Κυριακές. Σχόλη δεν ήξερε και πώς να ξέρει η γλώσσα άγνωστη , μόνο δούλευε , από φαϊ ψωμί και κρεμμύδι να καζαντίσει γλήγορα και όλο έστελνε στη μορφονιά του , κι όλο του ΄γραφε πως τον αποθύμησε, στην υγειά του Γιάννη της έγραφε  και κόλλαγε το χαρτί από τα σιρόπια  τα ‘γλυφε ο Γιάννης  και κοιμόταν ήσυχος και δίκιος κάθε βράδυ ψόφιος απ’ την κούραση… και έβγαζε, δε μπορεί να πει, καλά λεφτά και γλυκάθηκε κι όλο ανέβαλε να κατέβει στο νησί, δεν ήταν καιρός για έξοδα και πέρασε ο χρόνος  και μπήκε ο άλλος και τα λεφτά ‘φτάναν στη Μαριώ χωρίς το Γιάννη και του ‘ριξε την ιδέα να κάτσει δυο χρονάκια ακόμη και ν’ αγοράσουνε ένα σπίτι στη χώρα, να ΄χουνε  για τα παιδιά τους -  ποιά παιδιά;  ίσα που δοκίμασε τα σκέλια της , μετέωρη η γλύκα κι η πεθυμιά - να ‘χουν να τους δείχνουνε από τη ζήλεια  κι οι χωριανοί κι ο Γιάννης άλλο που δεν ήθελε, που να ‘ξερε πως θα τον δείχνανε κρυφογελώντας πίσω από την πλάτη του και  δούλεψε έστειλε κι αγόρασε η Μαριώ το σπίτι , τι λούσα τι έπιπλα, τι τραπεζομάντηλα, τι ασημιά κουτάλια κι είπε κι ο Γιάννης έτσι ξαφνικά να γυρίσει στο χωριό, τι το ‘θελε… ούτε Μαριώ να τον περιμένει βρήκε, ούτε σπίτι, ούτε ασημιά κουτάλια, ούτε δεκάρα τσακιστή στην τράπεζα… Η Μαριώ όχι πως τον γέλασε..όλα τα  ‘φτιαχνε  κατά πως του τα ‘λεγε, μα στ’ όνομά της και είχε  βρει, νια γυναίκα,  παρηγοριά στην αγκαλιά  του  Τίμου, τ’ άτιμου αν και γκαρδιακός  του φίλος, τα ‘μαθε  κι άφρισε ο Γιάννης δε του ‘φταναν τ’ άλλα που ‘χασε πήγε κι έδωσε , ούτε θυμάται πόσα μάρκα κι αγόρασε περίστροφο να ξεπλύνει την ντροπή  με αίμα  που πήγε και  ξελόγιασε το χωριατάκι το Μαριώ  του, τ’ άβγαλτο  και του ‘στησε  καρτέρι… μα ήταν η μέρα από βροχή και ο δρόμος  όλος γλίτσα κι ως βγήκε ο Γιάννης  ‘μπρος στο φίλος του άγριος και ταραγμένος,  «άτιμε»  πρόλαβε  να πει και γλίστρησε κι έπεσε με τον δεξί αγκώνα που χώρισε στα δυό , αλλού ο Γιάννης , αλλού το περίστροφο, ήρθαν τον μαζέψανε,  απόπειρα ανθρωποκτονίας κι έκανε στη φυλακή  κάπου τρία χρόνια και που  να γυρίσει στο χωριό ,  τέτοιο ρεζίλι, πήρε των ομματιών του κι ήρθε στην Αθήνα και δούλευε σαν το σκυλί και πάλι, έρημος και μοναχός  εκεί στη κάτω Κηφισιά και γι’ άλλη παντρειά ούτε λόγος…

ΑΘΗΝΑ 10/3/2014