Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

ΜΕΤΡΩ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ

Μετρώ τις μέρες σ' ένα κόσμο που φθίνει....
Με κηδείες με μνημόσυνα με μνήμες πικρές
και νοσταλγίες αβάσταχτες ...
Που έφυγε τόσος κόσμος που χάθηκε...
Η Δόξα σκόρπια κόκκαλα......
Μια τρίχα απόσταση η άλλη όχθη
Σε τούτο τον τόπο δεν απολείπουν τα κόλλυβα...
ΒΑΣΙΛΑΚΙ 29/8/2015

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΟΥΛΑ

Σαν είμαι σε πλοίο δε βγαίνω  στην κουβέρτα…
Φοβάμαι  μη σκοντάψουν τα μάτια μου
σε σώματα αθώων νεκρών να επιπλέουν…
Φοβάμαι μη το πλοίο ανοίγει δρόμο  ανάμεσα
από σώματα αθώων νεκρών που επιπλέουν….

Τούτη η θάλασσα που μας πίκρανε
 και μας πικραίνει πάλι
αλμυρή ελπίδα δρόμος τους και τάφος…..

Πλέκω την ψυχή μου στεφάνι την  αποθέτω στα νερά…
Κόβω την ψυχή μου αντίδωρα στα νερά να σκορπίσουν

Ψυχή μου προσφυγούλα  μου   πόσες φορές διωγμένη…
Πίσω μας  εκρήξεις, πέτρες ψηλά για μια στιγμή και πόδια
και χέρια και θάνατος  στη σκόνη τυλιγμένος…

Πόσο  πολύ που στένεψε η ζωή….
Πόσο πολύ που μάκρυναν οι δρόμοι…
Σε τούτη εδώ τη θάλασσα το δάκρυ μου ναυάγησε…

Από νησί σε νησί, απ' όνειρο σ' όνειρο πατώντας
 έλπιζα  να σε φτάσω λευτεριά…
Πάλι το δρόμο σου τον κλειούν  χωροφυλάκοι,
ακταιωροί,  συρματολέγματα ….

Ψυχή μου μάτια μου και πρόσωπα βγαλμένα από   κλάηματα
ψυχή μου μάτια μου και πρόσωπα πολυοβασανισμένα
πώς να σας ιστορήσω….

Ο κόσμος που  πια δεν πεινάει
ο κόσμος που πια δε σκοτώνεται σε πολέμους
 και σε εμφύλιους σπαραγμούς
σας βλέπει να φτάνετε σαν απειλή και φοβέρα….
  τ' απελπισμένου 
οργή και σκοτεινιά…..

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 25/8/2015

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

ΒΑΣΙΛΑΚΙ

Ο τόπος μου Εγώ...

Παιδιά και η καυτή άμμος του Ερύμανθου τον Αύγουστο στα γυμνά κορμιά μας
Η μυρωδιά της λυγιάς τα καλοκαίρια
του Άμπουλα το νερό και η δροσιά του
και τα πρόβατα  που στάλιζαν στων πλατανιών τον ίσκιο...

Οι στενές στράτες ανάμεσα  σ'αγλανιτσιές και ασφένταμα
σε ρείκια και σε κουμαριές και φτέρες
και τ'απλωμένο δίχτυ της αράχνης νε μπερδεύεται στο πρόσωπό μου
Οι γρατζουνιες στα χέρια και στα γόνατα
Οι φέτες το ψωμί  με λίπος γουρουνιού και ζάχαρη...

Ο τόπος μου Εγώ...

Το χώμα και η μυρωδιά του με την πρώτη βροχή του Φθινόπωρου
Τ'αμπέλια και οι ελιές του και πεύκα,πεύκα,πεύκα
 όσο το μάτι μακριά μπορεί να πάει
Ο Άη Νικόλας με το καμπαναριό του ο Άη Γιώργης με τα μνήματα
και πέρα ξωκκλήσια ταπεινά της Παναγιάς, τ' Άη Θόδωρου
 και του προφήτη  Ηλία...

Ο τόπος μου μέσα του είμαι
Μέσα μου φυλαχτό τον έχω ...

Οι άνθρωποι που είναι και που έφυγαν
βήματα και φωνές και μορφές που κρατώ ζωντανές
και κατοικούν τις μνήμες μου

Τόσα φευγιά τόσες απουσίες στα χρόνια μου
και σπίτια κλειστά και εγκατάλειψη
πόσα να συντηρήσει το συναίσθημα από μακριά...

Ο τόπος μου Εγώ...

Ιστορίες που άκουσα, ιστορίες που έζησα και  ιστορίες που δεν είδε το φως
και δράματα  , τόσος κόσμος στα ξένα,τόσος κόσμος στα μνήματα
τι να θυμηθώ...

Τα κορίτσια που πόθησα, τα φιλιά που δεν έδωσα και η πρώτη αγάπη
που ποτέ δε μολόγησα τώρα πια πέρασε ο καιρός, τώρα πια κουτσαίνει
ελαφρά η αγάπη η πρώτη
και η αγάπη η τωρινή όμορφη που είναι....

Ο τόπος μου αυτά  και τόσα άλλα

Πέτρα βαριά που σηκώνω και δε θέλω να αφήσω το βάρος της είμαι
Βαρύς σα νοσταλγία, βαρύς σαν παράπονο και σα συνείδηση και χρέος....

Λάκκοι Κυδωνίας 17/8/2015


ΡΕΜΠΕΤΟΤΡΟΠΟ

Τα ρίχνω σε περιπτερού
τζάμπα τσιγάρα να 'χω
εχτές εβγήκα απ' την ψειρού
κι είμαι πάλι στον άσσο...
την κοζάρω με κοζάρει
μα δε δείχνει να γουστάρει...
Όμορφη περιπτερού μου
σ' έχω ολημερίς στο νού μου
Είσαι η μόνη μου ελπίδα
που'σουν το πρωί δε σ'είδα...
Όξω απ' το περιπτερό σου
εγυρόφερνα ο δικός σου
κι έκρυβα στην άδεια τσέπη
το δικό σου το σεκλέτι...
Χήρα αν είσαι ή παντρεμένη
κι από φράγκα βολεμένη
Σίμωσα είδα απ' το τζαμάκι
ένα μάγκα με μουστάκι
με το μάτι με φερμάρει
μπάφο σέρτικο φουμάρει
Τζούρα δε μου δίνει μία
πόρνη που είσαι κοινωνία
Έφυγα πριν σακκουλευτεί
πως είμαι μπατιράκι
και πήγα και την έστησα
στο πλαϊνό σοκάκι
Περίμενα με υπομονή
την γκόμενα για να φανεί
να την αρχίσω στα λιμά
πως έχει χάρη τσαχπινιά…
Φτάνει και μπαίνω στο ψητό
το πως το τι και τό και τό
πως τη λιμπίστηκα πολύ
όπως το ξύδι τη χολή
πως έχει μπούτια φίνα
ζαρκάδα και ‘λαφίνα…..
Τα μάτια της τα σκοτεινά
ούτε μου ‘ριξαν μια ματιά
- Τα λόγια σου πολύ φτηνά
λιμοκοντόρε μπαγλαμά
με φούμαρα και ψέματα
θα ΄χεις κακά μπερδέματα
Δε γουστάρω εγώ νταβάδες
αντριλίκια και καυγάδες
όσα κρύβει το φουρό μου
φυλαγμένα είναι τ’ αντρός μου….

ΛΑΚΚΟΙ ΚΥΔΩΝΙΑΣ 14/8/2015

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

Η πιο μεγάλη ομορφιά
αυτή που ερωτευόμαστε...
Καίνε τα μάτια σου...
τα χέρια... τα πόδια
...
πυροβατώ...
Θαύμα η αγάπη ανάβει το στερέωμα
και φεγγοβολά την ψυχή μου...
είναι το μαύρο στιλπνό
και σιταρί το δέρμα
μια άχνα ανάσα ο πόθος μου...
Δυό στήθη ο ήλιος
μετέωρα σα ρίγος και σαν άνεμος
μικρή σχισμή ανυπόφορη
η θάλασσα στα σπλάχνα σου
αλάτι κύμα
πλημμύρισε το στόμα μου
Η πιο μεγάλη ομορφιά εσύ
που σ' ερωτεύτηκα...
Του πόνου λίκνο ο έρωτας....

ΛΑΚΚΟΙ ΚΥΔΩΝΙΑΣ 13/8/2015

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

Αγαπημένη  μου…

Πέρασε καιρός από το τελευταίο μου γράμμα. Χρόνια.. κι αν πήρα την απόφαση να σου γράψω ξανά είναι γιατί είναι βαριά η θλίψη. Κοιτάζω , τραβώντας λίγο την κουρτίνα, τα γεγονότα να εναλλάσσονται  απαράλλαχτα κουβαλώντας την ίδια αλαζονεία, την ίδια αμετροέπεια, την ίδια ασύδοτη έπαρση των ανθρώπων της εξουσίας, όπως τότε τη χρονιά της « πρώτης φοράς αριστερά» θυμάσαι; , τότε που οι εκπρόσωποι του κατεστημένου , μετά το πρώτο μούδιασμα , οργανώθηκαν σε ένα μεγάλο ψέμα, σε μια  πλημμύρα λάσπης και μέσα από τη λόχμη των κραυγών και τους αλαλαγμούς θριάμβου, δίχως ένα στοιχειώδες εμφανές  έρεισμα  στην αλήθεια, εφόρμησαν, αγέλη ύαινες, στο αδύναμο σώμα της πατρίδας, εφόρμησαν στο λεηλατημένο σώμα της πατρίδας με ιαχές , όπως είπα, συκοφαντιών « κάτω οι ψεύτες» , όχι οι κλέφτες, δείχνοντας την πρώτη άλλη κυβέρνηση  «να να  σας εξαπάτησαν , δεν έκαναν όσα σας υποσχέθηκαν είναι ίδιοι μ’ εμάς, όχι όχι είναι χειρότεροι από εμάς, εμείς δεν σας υποσχεθήκαμε τίποτα, εμείς δεν αθετήσαμε το λόγο μας, δεν είχαμε λόγο να αρθρώσουμε, δεν είχαμε καν λόγο,  ούτε αντίλογο» και σύρθηκαν ξανά γύρω από την εξουσία, διαστρεβλώνοντας και διασύροντας έτοιμοι για την τελική έφοδο, είναι βαρύς ο αέρας και απλώνεται και μας τυλίγει σα μελαγχολία, για αυτό σου λέω μην ανοίγεις τα παράθυρα , μη βγαίνεις στην αυλή, αυτά που ήξερες δεν είναι πια, μόνο μια απέραντη σταχτιά μοναξιά, μόνο ερημωμένοι δρόμοι, ερειπωμένες ψυχές, παραμονεύει ο θάνατος κι αν τόλμησα να φτάσω μέχρι το παράθυρο, κι αν τόλμησα να τραβήξω ελάχιστα την κουρτίνα είναι γιατί με συνεπήρε η νοσταλγία, να δω ψηλά από το μπαλκόνι της καρδιάς, ξανά κατά το μέρος που ήταν τότε η θάλασσα, ξανά κατά το μέρος των νησιών, τότε που κατέφτασαν οι τυχάρπαστοι που τάχα μ’ η πατρίδα τους χρώσταγε και με τη δύναμη και την απειλή της πείνας  αποκατέστησαν στο θρόνο της την κυβέρνηση  της αδικίας , άπονη και ανάλγητη, και πήραν να πουλάνε και πήραν να φορτώνουν  σε καμιόνια   και απόμεινε  η θάλασσα μια κοίτη στεγνή, σαν  ηφαίστειο σβησμένο μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι κι η λάσπη ξεράθηκε στον ήλιο, τρίφτηκε στον ήλιο, μια έρημος σκόνης που φύσηξε και σκέπασε σα λιγοθυμιά και σαν ομίχλη τον καιρό και    έφτασε σε κάθε σπίτι  και κάθε γωνιά σαν ένα μεγάλο κύμα απαισιοδοξίας  που κατέκλυσε και σάρωσε τις  ζωές και τις ελπίδες μας  και σάρωσε το λίγο φως και σκοτεινιάσαν πιο πολύ οι μαυρισμένες ψυχές μας
κι οι  σύντροφοι ξανά  να ερίζουν για το κλάσμα του κλάσματος της σωστής γραμμής κι άλλοι σύντροφοι αφέθηκαν να ξεχαστούν  στα παλάτια της Κίρκης...

Αγαπημένη μου

Παραδομένος στη μοναξιά και στο  παράπονο προσμένω  μια χειρονομία, μια  κίνηση, ένα νεύμα να βγω στου δρόμους ξανά να ενωθώ με τη θάλασσα των απελπισμένων να ενωθώ με τη θάλασσα της οργής του « ως εδώ» , όπως τότε, θυμάσαι; , που άλλοι απελπισμένοι φώναξαν « εδώ και τώρα» και  έγινε, θυμάσαι;,   «εκεί και τότε», πώς να νικήσω τούτη την κατήφεια, πώς να νικήσω την υποψία πως πάλι μας τάζουν πώς να νικήσω την πίκρα πως είμαι αναγκασμένος  να καταβάλω ενοίκιο για τούτη την πατρίδα, για ότι απέμεινε από τούτη την πατρίδα για αυτό σου λέω αγαπημένη, για αυτό σου γράφω  καιρός να σηκώσουμε τα κυρτωμένα κορμιά μας καιρός να ορθωθούμε και να  υπερασπιστούμε  με τη φωνή και το αίμα μας  την τιμή και την αξιοπρέπεια  μας…

Ονειρεύομαι μια αντίσταση που θα ξεχυθεί και θα ξεπλύνει τη ντροπή και την υποτέλεια…
Ονειρεύομαι, αγαπημένη μου, μια πατρίδα τριανταφυλλένια σαν τα χείλη σου, δοτική και γλυκιά σαν αγκαλιά και σα μάννα… έτσι θέλω να είναι έτσι θέλω να την θυμάμαι… να σε θυμάμαι….

ΑΘΗΝΑ 2/8/2051* (2015)