Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Είναι τα κοιμητήρια κήποι επιλόγων
μέσα τους ανεξύπνητα  κείτεται η ζωή

Ονόματα στο μάρμαρο αγάπες
 όσα ο πόνος σύναξε  ενάντια στη λήθη
που χωρεί

με τη σκληρότητα της γνώσης
της ματαιότητας και της αδυναμίας

τα απέραντα Σάββατα τα σιωπηλά
με τις μαντήλες και τα μαύρα ρούχα
τα  Σάββατα της γεύσης της στυφής
ανεβαίνουν σαν  προσευχές με το θυμίαμα
βαρυγκομώντας και πλάι

 η δόξα έρημη  ενδημεί

σε ερειπωμένους τάφους
καντήλια που ‘φαγε η σκουριά
τσακισμένες επιγραφές
σκεπασμένη από  αγριόχορτα

Η  εγκατάλειψη
οικεία μοίρα των ταπεινών
το χώμα που υπήρξαν είναι

Κιβούρια που κύρτωσαν
κι οι σαύρες στις ράχες τους

Τα κυπαρίσσια φτενά
και ο αέρας  και τα σύννεφα πάνω
 και ο ήλιος που καίει
και ο ήλιος που λιώνει

Βαραίνει ο τόπος
τα σώματα
 οι ψυχές στα κοιμητήρια ….

ΑΘΗΝΑ 13/6/2015

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Τα μάτια μου στα μάτια σου ο  Έρωτας
Την Άνοιξη η θάλασσα,  την Άνοιξη ο κήπος

Πως πιάστηκα , δροσοσταλιά, στα τσίνορά σου
Λιποθυμιά  και  κρέμομαι  από το μαύρο φως τους

Μικρό εντομάκι  και  φιλί  και ζουζουνίζω
 εμπρός τους

Πως λάμπουνε και πως γελούν  σα  βγαίνουν
από κλάμα

Είναι οι χαρές  τους παπαρούνες πιο κόκκινες
και από ντροπές

και πως σπιθοβολούν κάθε φορά που αγγίζουνε
με του μυαλού τ’ ακόνι

ή σαν γεμίζουν με θυμό, οργή και σκοτεινιάζουν…

κι άλλες φορές που θλίβονται, σωπαίνουν
 και πονάνε

Γίνεται η λύπη λύπη μου και η χαρά χαρά μου
Με δυο μαγνήτες ταξιδεύω, με δυο μαχαίρια
 σφάζομαι

Είναι τα μάτια σου νερά
Που θα με βγάλει τούτο το ποτάμι…

Όταν πεθαίνω θα ‘θελα τα μάτια σου
να βλέπω…

ΒΑΣΙΛΑΚΙ  4/6/2015





Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

ΨΩΝΙΖΟΝΤΑΣ

ΨΩΝΙΖΟΝΤΑΣ….

Στου «Σκλαβενίτη»  ένα πρωί
σ’ είδα να μπαίνεις μοναχή
τα ψώνια σου να κάνεις

Φορούσες μπλούζα ανοιχτή
φαινότανε όλο το βυζί
- μανάρι μου με φτιάχνεις

Είπα  και  γέλασες  πολύ
 που κοίταζα χωρίς ντροπή
- αγόρι μου τι χάνεις

Είχες ξεχάσει το σουτιέν
από μετάξι και σατέν
η μπλούζα σου  η μαύρη

Σαστίσανε όλα τα παιδιά
εκεί που σού ‘κοβαν τυριά
και στην κασέλα οι γαύροι

Τραβήχτηκα σε μια γωνιά
 και κοίταζα  με πονηριά
πού διάλεγες κρεμμύδια

Με πήρες πρέφα στη στιγμή
 έτσι που είχα λιγωθεί
- όλα κουνιούνται  ίδια

ένευσες  κι έγειρες μπροστά
τα πήρα μάτι μια σταλιά
σηκώθηκες  σπαθάτη

 και με περίσσια τσαχπινιά
τίναξες πίσω τα μαλλιά
 μου γύρισες την πλάτη

Πλήρωσες  βγήκες βιαστική
κι έμεινα εγώ στο μαγαζί
να σε κοιτώ να φεύγεις

- Κάτσε στ’ αυγά σου Θοδωρή
μέσα μου μού είπε μια φωνή
τι θες και τι γυρεύεις….

ΒΑΣΙΛΑΚΙ  1/6/2015