Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

ΠΛΗΓΕΣ

Ο χρόνος κύμα
 Ο άνεμος που λιμνάζει
Η πέτρα  η ακίνητη
Η Τίρυνθα
Δρόμοι που διάβηκα
Πείσμονες έρωτες
Θυμοί
Πόνοι που συμποσούνται

Όσα θυμάμαι,
όπως τα θυμάμαι,
Εικόνες

Περηφάνειες ματωμένες
Άγριες μάννες
Σκούρες μάννες
Και μνήματα
πολλά μνήματα…..

ΛΑΚΚΟΙ  15/7/2016



Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

ΜΙΚΡΉ ΧΩΡΙΆΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Πάνε χρόνια από τότε που η Αγιώτα - και τη λέγαμε Αγιώτα επειδή σε κάποιες λέξεις, στην αρχή τους, πρόσθετε ένα δικό της όσο και αυθαίρετο «α» , «αφάγαμε ασταφύλια» - ερχόταν προς το χωριό από το δρόμο του κοιμητηρίου και άκουσε ψηλά από την εξώπορτα την Αγγελική να μιλάει φωναχτά με κάποιον ή κάποια από απόσταση τόση όση απέχουν τα σπίτια στο χωριό, έχοντας το καθένα και τον κήπο του.
Άκουσα και εγώ που έτυχε να είμαι εκείνη την ώρα έξω από το πατρικό μου και που η αυλή του βγαίνει μέχρι το δρόμο, αλλά ομολογώ δεν έδωσα καμία σημασία, σύνηθες φαινόμενο σε τούτο το χωριό η κουβέντα από μακριά, αλλά υποψιάστηκα, όταν η Αγιώτα, λεπτή όπως είναι και σβέλτη, πάρα τα εβδομήντα τότε , πάνω κάτω, χρόνια της, επιτάχυνε το βήμα και με ρώτησε με προσποιητή αδιαφορία « α με ποιόν αμίλαγε η Αγγέλω Θοδωρή;». Αν και δε φημίζομαι για την ικανότητά μου να διακρίνω προθέσεις πίσω απ’ τα λόγια, εκείνη τη φορά δε θα μπορούσα να μην προσέξω την ανησυχούσα ζήλεια που υπέκρυπτε ο δήθεν ράθυμος τόνος της φωνής της και αντί να πω, ως θα έκανα αυθόρμητα, «με τον Κώστα» - και ήταν ο Κώστας ο έρωτας και αδιέξοδο πάθος και καημός που είχε διασχίσει πολλάκις τα σαράντα κύματα φορτωμένος βάσανα και πόνο, μα πιο πολύ χλεύη και ειρωνείες, εδώ και εξήντα χρόνια της Αγιώτας - πήρε στροφή η κούτρα και η γλώσσα μου και είπα « με την Χριστίνα» - και ήταν η θειά Χριστίνα, δίπλα στο σπίτι μου και μεγαλύτερη στα χρόνια από την Αγιώτα, τύπος αριστοφανικός, Θεός σχωρέσ’ την, κοντή και χοντρή και αθυρόστομη και ιστορίες πολλές λέμε ακόμη στις παρέες στο χωριό και γελάμε με τα παθήματά της και τις μνημειώδεις ατάκες της, όπως τότε που βλέποντας να περνάει στο δρόμο ο νεοχειροτονημένος παππάς και υποθέτοντας ότι πηγαίνει να διαβάσει παρακλήσεις στα μνήματα, άλλο τώρα αν ο παππάς πήγαινε να ταίσει τις κότες του, πετάχτηκε φουριόζα και « έλα δω ρε που πάς έτσι με τα χέρια αδειανά… που είναι το πετραχήλι σου, που είναι το θυμιατό σου με την πούτσα σου θα λιβανίσεις;» - αλλά η Αγιώτα δε με πίστεψε …
- Ποια αΧριστίνα ρε αφού δε μιλιώνται
- Δε μιλιώνται; Και τι έχουν να χωρίσουν;
- Αμ που είσαι συ ρε… αξέρεις τίποτα;…σκοτωθήκανε..
- γιατί ρε Γιώτα;
- για έναν κόκκορα της Αγγέλως… Λάλαγε και ενόγλαγε τη Χριστίνα, δε μπόργειε να τον ακούει
- και τι έγινε;
- του ‘πε η αΧριστίνα.. « μα που τον κακό σκασμό να βγάλεις, μα που να πάρει ο διάολος τον τέντζερη που θα σε βράσει» και την άκουσε η Αγγέλω και για να σκάσει η Χριστίνα φώναξε στον κόκκορα « λάλα το πουτσούλα μ’ λάλα το» και από τότε ούτε να δει η μια την άλλη…
Αυτά κι έφυγε η Αγιώτα κατά το σπίτι της, σκοτεινιασμένη που δεν πήρε απάντησε τέτοια που να ησυχάσει την ανταριασμένη ζήλεια της ή που να της δώσει αφορμή να περάσει την Αγγέλω γενεές δεκατέσσερες , και εγώ έμπλεος περιέργειας και με πειραχτική διάθεση φώναξα… « θειά Χριστίνα είσαι σπίτι;» , «εδώ είμαι λεβεντάκο μου» , «έρχομαι να πιούμε καφέ» …
Άλλο που δεν ήθελε η θειά, άνθρωπος, της κουβέντας και της παρέας, φτιάνει καφέ και κάτσαμε στη βεράντα του σπιτιού της , φάτσα στον κήπο της Αγγέλως και τον κόκκορα
- Δε μου λες ρε θειά..τι άκουσα… είναι αλήθεια;
- Ποιο Θοδωράκο μου
- Που μάλωσες με την Αγγέλω… Μεγάλες γυναίκες και έχετε παρέα η μια την άλλη…
- Εγώ μάλωσα; Εκείνη την πιάνει το σιγενικό της και τρώγεται ούλη την ώρα.. μα να του πει « λάλα το πουτσούλα μ’ λάλα το» αντί να τον λαιμουργιάσει να βγάλει το σκασμό
- Μα και εσύ… δεν ήταν κουβέντα να πεις «μα που να πάρει ο διάβολος τον τέντζερη που θα σε βράσει» …
-Εγώ.. είπα εγώ τέτοιο πράμα; Να μη σώσω να σηκωθώ από την καρέκλα μου..
- Και τι είπες ρε θειά..
-Εγώ είπα να την πάρει ο διάολος εκείνη και να τον φάμε σούπα στην κηδεία της…
- Α τότε αλλάζει , είπα σκασμένος στα γέλια, ο κόσμος ότι θέλει λέει…άδικα σε κατηγόρησαν…
ΒΑΣΙΛΑΚΙ 4/7/2016 

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

ΓΥΡΝΩΝΤΑΣ ΑΠΌ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΚΥΠΡΙΑΝΟ

Γυρνώντας, πριν λίγο καιρό, από το μοναστήρι του Αγίου Κυπριανού, εκεί στην έξοδο από τη Χασιά ένα τσιγγανάκι, αγοράκι, γύρω στα οκτώ, που κρατούσε στα χέρια του μερικά καλαμένια καλαθάκια μου έκανε σινιάλο… σταμάτησα και μου ζήτησε να το πάρω μέχρι τα Λιόσια… Μπήκε το ρώτησα πόσο πουλάει τα καλαθάκια μου είπε τρία ευρώ , πήρα ένα λες κι είχα κότες για να βάζω τα αυγά, και πως μου ‘ρθε και το ρώτησα αν ξέρει κανέναν να φτιάχνει ψάθινες καρέκλες… Μου λέει ο παππούς μου… πού είναι ο παππούς σου; … Στο σπίτι μας στα Λιόσια… Φτάσαμε, το σπίτι ήταν ένα μεγάλο κυκλικό τσαντίρι και ο παππούς στην αυλή, ξυπόλητος και παρέα με έναν άλλο τσιγγάνο, είχε σταυρώσει μερικά κλαδιά λυγιάς και είχε ξεκινήσει το σκελετό κάποιου μεγάλου καλαθιού… κατέβηκε το τσιγγανάκι κάτι του είπε με κοίταξε ο γέρο τσιγγάνος και μου λέει… Πού είναι οι καρέκλες; …Λέω να αγοράσω καινούργιες θέλω…. Γύρισε κάτι είπε στον άλλο τσιγγάνο και ...
- Ντώσε μου το τελέφωνό σου
- τι το τέλεις τελέφωνο… έκεις συ τελέφωνο; λέει ο άλλος τσιγγάνος
- έχετε κάπου να το γράψετε; ( εγώ )
- έκει μολύβι ρε;
- όκι… έκεις εσύ;
- αφού έκει ρε γιατί ντε το ντίνεις..
Κάνει μια κίνηση ο άλλος τσιγγάνος και βγάζει ένα στυλό, το λιγότερο πάρκερ μεταλλικό
- να γκράψε
-εσύ γκράψε
- όκι εσύ… ντε ξέρεις να γκράφεις;
- Γκιατί εσύ ξέρει;
γυρίζουν και οι δυό στο μικρό… εμένα με αγνόησαν θεωρώντας με προφανώς πιο αγράμματο από τους ίδιους ή ανάξιο της εμπιστοσύνης τους
- Τα γκράψεις μπρε το τελέφωνο;
- ναι παππού… δώσε μου ένα χαρτί..
- καρτί έκεις ρε;
- όκι
- και τι το κάνεις το μολύβι κωρίς καρτί… Εσύ καρτί έκεις; ( σε μένα )
- στο αυτοκίνητο
- να γκράψε εντώ… και δείχνει στο τσιγγανάκι το τεντόπανο του τσαντιριού ..πέ το τελέφωνο
- 6…. 9… 7… 7… 2…9… 8 ….
το τσιγγανάκι έγραφε ….
- Τα σε πάρω τελεφωνο… και γύρισε στο πλέξιμό του…. Χαιρέτησα και έφυγα….
Εννοείται ότι ποτέ δεν με πήρε τηλέφωνο…. Εννοείται ότι αγόρασα ψάθινες καρέκλες…όχι από μαγαζί.. .από τσιγγάνο… αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία το ίδιο αληθινή… κι όλο λέω να περάσω από τα Λιόσια να δω αν το τηλέφωνό μου είναι ακόμη γραμμένο στο γύρο του τσαντηριού… να … σα μια μικρή ματαιοδοξία…