Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Έκλεισε η πόρτα πίσω σου..
Μαύρα πουλιά  σηκώθηκαν απάνω από το κάστρο..
Κρύα και μουδιασμένη η σκέψη σου  στις έξη το πρωί..
« Λυπάμαι που σα ‘ρθεί η μάννα μου την Κυριακή στο επισκεπτήριο
δε θα με βρεί  εδώ»  μαύρη καρδιά και πέτρα
 στ’ αμάξι της φυλακής  που σε φορτώσαν..
 Mπροστά σου το καμιόνι με τ’ απόσπασμα
πίσω η μαύρη νεκροφόρα που κουβαλάει
 το φέρετρό σου και πούθε να κοιτάξεις…
Όχι μακριά από τους επτά τους πύργους που σε φύλαγαν
δυο χρόνια κλειδωμένο μελλοθάνατο
στο δάσος στάζαν τα κλαριά νερό και ομίχλη
του Φλεβάρη…
Μ’ άσπρο πουκάμισο καινούργιο παντελόνι
σε ‘στήσανε  αντίκρυ από τις κάννες
«παιδιά να μη τυραγνιστώ» κι ύστερα μούγκρισες
« μαννούλα είμαι αθώος» για μια στιγμή
προτού τη μπαταριά και πέσεις…

Πώς χλώμιασε ο χειμώνας,  χιονόνερο
κι ο παππάς να κλαίει στον  Κυριακίδη ακουμπισμένος
« πούστης, Γιάννη,  έκλεψε ζητιάνεψε δε σκότωσε
από τις πέντε τον ξομολογούσα»
μια ζωή στον πάτο του βαρελιού μια ζωή στο  γύρο του θανάτου
μια ζωή να τονε σέρνουν  « πότε στο βουνό
πότε στα μνήματα τα εβραϊκά , πότε…»
για ένα τίποτα  μια φασολάδα πόσες φορές
σε κούρσεψε η ζωή αλητάκο
 πόσες φορές θερίσαν την ψυχή σου
πόσες φορές σε σκότωσαν  προτού το σκοτωμό σου
δεκάξη  του Φλεβάρη, εφτά το πρωί πριν ξημερώσει
σε πήραν και σε θάψανε κρυφά στο ξόδι σου
ούτε ένας δικός σου, στην άκρη από το Κοιμητήρι..

Καημένη μάννα « μη μου το πείς» είπες
πριν σου το πούνε « χτες βράδυ έπεσε η καντήλα
κι  έσπασε από το ΄κονοστάσι… μη μου το πεις ..»
και στο ‘πε  «Ναι κυρά ‘λένη αλήθεια ‘χτελέσαν τον Αρίστο»
ξέπνοη και λιγοθυμισμένη « Θέ μου
γιατί μου στέρησες τη γαλάζια μέρα μου…» ψιθύρισες

 "και το παιδί μου" είπες δεν είχε  δίκαιη δίκη…"

ΑΘΗΝΑ 27/3/2015

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

25 TOY MARTH

Κάθε που ζυγώνει η μέρα του σηκωμού,
μυρμηγκιάζει στις φλέβες μου η ιστορία
μυρμιδίζουν μέσα μου τα γεγονότα..

Το ίδιο κι αν  τύχει να βρεθώ σε μέρη ματωμένα

Ζωντανεύει το αίμα ζωντανεύει η κλεφτουριά
ακώ τον αχό τηςς αλαλάζουν ως πέρα τα βουνά
κάτω από τα πόδια μου το ρίγος της γης
το ρίγος της καρδιάς τους…

Είναι τα χώματα φορτωμένα μνήμες
Οι άνθρωποι φορτωμένοι μνήμες…
τα λόγια τους λίγα, βαριά
φορτωμένα μνήμες

Σε τούτους τους τόπους
 το πόδι να πατά με ευλάβεια
σα προσευχή ταπεινή…
Κάτω από τη φτέρνες αγρυπνάνε ψυχές
Οι ρίζες που δένουν τούτη τη γη
με τη λευτεριά της…

Λίγο να κλείσω τα μάτια λίγο ν’ απλώσω  τα χέρια
μεγαλώνουν οι θρύλοι πληθαίνουν οι θρύλοι
οι ίσκιοι θεριεύουν
Μορφές  χαραγμένες  στις μεγάλες πέτρες

 Το πρόσωπό μου αλλάζει γίνεται τα πρόσωπά τους

Μοίρα του τόπου μου είσαι οι ψυχές που χάθηκαν
Είσαι το αίμα  που στέριωσε  τα θεμέλια
Σε είδα  άταφη στα κορφοβούνια
Σε ανήλιαγα μπουντρούμια  φυλακωμένη σε είδα
Σε κολαστήρια να βασανίζεσαι

Να τουφεκίζεσαι στα θυσιαστήρια

Μοίρα μου  αδικαίωτη Λευτεριά μου….

ΑΘΗΝΑ 24/3/2015


Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

ΓΥΝΑΙΚΑ

Η  Άνοιξη στα μάτια σου
στα μαύρα τα μαλλιά σου

- Μάρτη σου πρωτομίλησα
Απρίλη  σε  πρωτόδα
κι εκεί  στα μέσα του Μαγιού
με βρήκε ένα φιλί σου -

ηλιόστηθη κι απλώνεσαι
λιβάδι παπαρούνες

Ανθανέμισμα και ρίγος κερασιάς …

Πολύ το κόκκινο
κι ανάβει  στο  κορμί τους

Είναι κορίτσια τα χρώματα
κι είναι τα χρώματα λαχτάρες

Κάθε λαχτάρα και ένας πόθος
 κάθε κλαδάκι κι ένα φως…

Για να μη μείνει έρωτας
κανένας αδικαίωτος

Τόμου χείλη τα χείλη οι προσμονές
κι  η Άνοιξη φιλί φιλί  διαβαίνει

πληθαίνουν οι καημοί μου

Μοίρα μου μού στάθηκες γυναίκα….

ΒΑΣΙΛΑΚΙ  21/3/201


Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Παντρειά με προξενιό

Μια θειά της νύφης που τους  επισκέφτηκε λίγο  καιρό μετά το γάμο μιλώντας στη μάννα του γαμπρού τα είπε χωρίς περιστροφές…  « αν είχατε άντρα να παντρεύατε…» αφήνοντας τη φράση μετέωρη  και τη συμπεθέρα  να στάζει χολή, που όμως την κράτησε μέσα της … ήξερε πως ο Θανάσης της ήταν αγαθούλης, χαζούλης λέγανε ο κόσμος,   και από γυναίκες αμάθητος … όχι πως η νύφη ήταν  ξεσκολισμένη… άλλα τα χρόνια τότε … αυτά ήταν δουλειά του άντρα … Ένας μπάρμπας του που ο Θανάσης  τότε στα μέσα της εφηβείας του  του είχε δειλά δειλά μιλήσει μετέθεσε το ζήτημα για  αργότερα… για όταν θα ήταν ο καιρός του … « μη στενοχωριέσαι Θανάση μου» του είπε « εγώ είμαι εδώ για σένα… όταν θα ‘ναι η ώρα θα καβαλλίκουμε το μουλάρι και θα πάμε πάνου στου Πυρρή , στη Λιοδώρα, στην ανάγκη θα φτάσουμε ως του Σέκουλα… την καλύτερη θα σου βρω» …παρηγορήθηκε ο Θανάσης και περίμενε, βόσκοντας τα πρόβατά  ώσπου παραμεγάλωσε μα προξενιό δε ‘ρχότανε… να στείλει ο ίδιος ούτε που τόλμαγε να το σκεφτεί … Ποιά να πάρει το Θανάση… το δημοτικό στα δεκαοχτώ το έβγαλε, όχι πως τα ‘μαθε τα γράμματα , αλλά να σε λίγο θα πήγαινε φαντάρος…  ο δάσκαλος κάλεσε τον πατέρα του και του είπε… « να,  σκέφτομαι να προβιβάσω φέτος το Θανάση, ότι ήταν να μάθει πέντε χρόνια τώρα στην έκτη  το έμαθε… έχουμε και  μικρά  κορίτσια στο σχολείο… καταλαβαίνεις τη θέση μου…»   Ο πατέρας του δεν έφερε αντίρρηση… « βγάλτον  να πάει στο διάολοδάσκαλε … να ξεβρωμίσει  το σχολειό… θα δω τι θα τον κάνω» ..και τον έκανε τσοπάνο στα πρόβατα μέχρι που πήγε στο στρατό και γύρισε και μόνο τότε πήγε ένας κουμπάρος τους, απ’  τα χωριά πέρα απ’ το ποτάμι , στον πατέρα του ,  το και το κουμπάρε, έχει η γυναίκα μου μια ανηψιά, φτωχούλα δε λέω , αλλά  καλό κορίτσι, δουλευταρού , δε θα μετανοιώσεις, να τα σιάξουμε νε την πάρει ο Θανάσης. Το ζύγιασε ο πατέρας του,  έδωσε την κατ’ αρχήν έγκρισή του πήγε είδε τη  νύφη, έτσι νόμισε… τα κουβέντιασε με τον πατέρα της, δώσανε τα χέρια  το συμπεθεριό έκλεισε και συμφωνήσανε την παραπάνω Κυριακή να πάνε επίσημα να τη ζητήσουν , αλλά ο Θανάσης από το σκολειό στα πρόβατα, η μόνο διαδρομή που έμαθε,   από κόσμο δεν ήξερε….  που να τον πάνε … ν’ άνοιγε ο Θανάσης το στόμα του να γέλαγε το παρδαλό κατσίκι… γίνει στάχτη το συμπεθεριό…  ε όχι… μετά το γάμο είναι αλλοιώς… να ‘ δενε πρώτα τη γαϊδούρα του και μετά ας έλεγε ότι ήθελε… τι να  ΄λεγε δηλαδή… πέρα από  αρμέγματα δεν ήξερε…  Η μάννα του έριξε την ιδέα..ήτανε ανάγκη να πάνε με το Θανάση στους συμπεθέρους;…  «και με ποιον να πάμε ρε γυναίκα;»… «Δε λες του Κώστα του κουρέα;  Όλη μέρα στην αγορά, δε λέω τρίχες  είναι και οι κουβέντες του,  λόγια του αέρα να περνάει η ώρα, αλλά να ξέρει από κόσμο… ξέρει να σταθεί… είναι και φανήσιμος» ….   Δέχτηκε ο Κώστας πήγαν , τους καλοδέχτηκαν, εντυπωσιάστηκαν από το γαμπρό…   κάποια στιγμή φώναξαν και τη νύφη  να πει μια καλησπέρα, τον είδαν και οι αδερφάδες της κρυφά πίσω από την πόρτα… μπήκε η νύφη, χαιρέτησε , αυτό ήταν,  βγήκε…  κάτσανε στο τραπέζι φάγανε… πιάσανε την κουβέντα  μίλησαν οι πατεράδες, ώρισαν το γάμο, είπαν και δυό λόγια οι συμπεθέρες …. « πες κι εσύ τίποτα γαμπρέ…» ….  Κοίταξε όξω από το παράθυρο ο « γαμπρός» και απεφάνθη συλλογισμένος…  «θα βρέξει» …  « ε να πηγαίνουμε τότε και μεις» άρπαξε την ευκαιρία ο πατέρας του «μη μας πιάσει στο δρόμο και η ώρα η καλή , ώρα μας είναι ,  έχουμε και τα ζωντανά ατάιγα….»

Στο μεσοδιάστημα έκαναν τις ετοιμασίες  και έδωσε ο Θεός και φτάσανε στη μέρα του γάμου ..κίνησε το συμπεθεριό, πήγαν στο χωριό της νύφης, στην εκκλησιά, και περίμεναν να έρθει η νύφη κατά το τελετουργικό…  Σαν την είδαν να κοντοζυγώνει, σκουντάει ο πατέρας του Θανάση τη γυναίκα του… « ρε γυναίκα αυτή είδαμε όταν ήρθαμε για τα προξενειά;» … «Πάψε ..γιατί εμείς το Θανάση φέραμε;» …  Περιχαρής ο Θανάσης πιο πέρα δεν έβλεπε την ώρα … μα η νύφη είχε δει το γαμπρό και άλλα είχε ονειρευτεί… μούδιασε…. Ο πατέρας της την κοίταξε βλοσυρά… προχώρησαν του την παρέδωσε…. Έγινε το μυστήριο… και με κλαρίνα και βιολιά κίνησαν για την επιστροφή…
« είμαστε ορκισμένα τα καημένα καμιά δεκαριά παιδιά κυρά δασκάλα, καμιά δεκαριά παιδιά
να πάρουμε τη δασκάλα τη δασκάλα να την πάμε στα νησιά κυρά δασκάλα
 να την πάμε στα νησιά»
Ούτε δασκάλα πήραν,  ούτε σε νησί την πήγαιναν… Κάποιος  από το συμπεθεριό του γαμπρού, που υποψιάστηκε τι είχε συμβεί γύρισε και είπε σε ένα συγχωριανό της νύφης… «καν μας γελάσατε, καν σας γελάσαμε» ..κι έτσι άρχισε βίος ανθόσπαρτος που λένε, ο Θεός να τον κάνει , του Θανάση και της Θανάσαινας, γιατί με το που παντρευόταν  τότε η γυναίκα  έχανε το όνομά της…

Η μάννα του Θανάση κλωθογύριζε στο μυαλό της  τα λόγια  της θειάς της νύφης « αν είχατε άντρα να παντρεύατε…» μα άκρη δεν έβγανε… τι ήθελε να της πει;…  κάτι  κουβέντες  που ήρθανε πίσω από την αγορά πως τάχαμ΄την πρώτη νύχτα ο Θανάσης δεν … τ’ απέδωσε  σε υπερβολές… Γνωστός χωρατατζής  ήταν εκείνος που του είπε « άει στο διάολο Θανάση που είδες γυναίκα και λιγοθύμισες» … δεν τον πήρε στα σοβαρά…. Μέχρι που…

Ήταν απόγιομα που ο Θανάσης έστησε καρτέρι  …  Μ’ ένα λάζο στο χέρι τον περίμενε… αμέριμνος εκείνος ζύγωσε… σιγοτραγούδαγε και πάγαινε…. Είχε καλή φωνή ο Κώστας …

«Περδικού-κι αμάν αμάν- περδικούλα μέρωνα
περδικούλα μέρωνα , ‘κείνη μ’ αγριευότανε…»

Έλειωνε η φωνή του σίδερα από τη ζέστα του καημού και του έρωτα…
« Θύμωσα – κι αμάν αμάν – θύμωσα την έδειρα

θύμωσα την έδειρα στα βουνά την έστειλα»
Χόχλαζαν τα στήθεια του Θανάση από θυμό  και ζήλεια
«στα βουνά – κι αμάν αμάν – στα βουνά τα πετρωτά
στα βουνά τα πετρωτά  τα μολυβοσκεπαστά…»

Πάγαινε ο Κώστας , ζάχαρη τα γυρίσματά του, αχ  Θανασιά ψυχή του !!!

« μιαν αυγή – κι αμάν αμάν  μιαν αυγή μια Κυριακή
μιαν αυγή μια Κυριακή την ακώ να κελαηδεί..»

«Δε θα την ξανακούσεις κουρέα τη Θανάσαινα… δε θα την ξανακούσεις….»

Πήρε κι ο Θανάσης το δρόμο για τη φυλακή…. 

ΒΑΣΙΛΑΚΙ  15/3/2015

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

ΘΛΙΨΗ

Είναι πηχτός ο αέρας...
Βαραίνει τις ψυχές μας
τούτος ο αναίτιος Θάνατος
Δεν το μπορούνε  τ' άδικο
Μ' ένα λουλούδι  δάκρυ
παραστέκουν το αθώο αίμα.....

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 15/3/2015

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Ερωτικές ιστορίες, 2. Ο Γιώρης

«Ένας λεβέντης χόρευε σε μαρμαρένιο αλώνι
κι η κόρη που τον αγαπά, η κόρη που τον θέλει
- Πού ήσουν εψές λεβέντη μου πού ήσουν προψές το βράδυ…»
Ράγιζαν γύρω οι τόποι κι οι καρδιές σε τούτο το λεβέντικο τσάμικο, εκεί στο πανηγύρι, κάτω από το μεγάλο πλάτανο, ο κλαρινίστας συνεπαρμένος από το ίδιο του το παίξιμο, κατακόκκινα τα μάγουλά του από το πάθος και το φύσημα, ο νταουλιέρης στο μέσο του κύκλου να ματώνει το ρυθμό ακολουθώντας το χορευτή που είχε αφεθεί να τον πηγαίνουν τα ντέρτια του και μια γινόταν ίσια με τη γη μια πέταγε στον ουρανό γιατί ο Γιώρης, είχαν να το λένε, χόρευε με το ίδιο μεράκι που έψελνε, τόσο αντιφατική η ζωή του, από τη μια πίστευε και ποτέ δεν τον άκουσαν να βλαστημάει, από την άλλη αδιαφορούσε για τα λόγια των παπάδων και τις ηθικές τους και τα είχε βολέψει μοναχός του με τα θεία, να είναι ήσυχος, «στο φαϊ και στο γαμήσι ο Θεός δεν κάνει κρίση» έλεγε …έτσι και τώρα χόρευε και τον πήγαινε ο χορός, ίδια κατάνυξη ο χορός και ο έρωτας , τη γη δεν την πάταγε ως τη στιγμή που κάποιος έσκυψε και του ψιθύρισε .. «άει ρε μάζωχτ’ τη γυναίκα σου από πέρα τις ιτιές» … τι το ‘χε να το πει ..καπνίστηκαν τα μέσα του Γιώρη, τέτοια προσβολή, σκοτείνιασε ο κόσμος, θα του το πληρώσει η πουτάνα, μύρισε ο αέρας συμφορά, ο πούστης που δε σεβάστηκε το στεφάνι του θα δε τι θα πάθει, θα το θυμάται,μη τον πιάσω στα χέρια μου, θα μαρτυρήσει της μάννας του το γάλα… άφησε στη στιγμή το μαντήλι του χορού και χύθηκε αστραπή κατά το ποτάμι από μάγκας και από «δε σηκώνω μυίγα στο σπαθί μου» έτσι στα ξαφνικά κερατάς να τον προσβάλλουν, ποιόν; Το Γιώρη με τ’ όνομα, αυτά που ήθελε να κάνει στους άλλους να του τα κάνουν αυτουνού; τέτοιο μασκαριλίκι δε μπορούσε να το χωνέψει, δε πήγαινε κάτου με τίποτα, στο λαιμό του κάτσε …και πού; Και πότε; Στο πανηγύρι που το περίμενε όλο το χρόνο, την ώρα που ιερουργούσε βήμα βήμα το πάθος του την ώρα που διακονούσε το σεβντά του, τ’ άγια των αγίων σε περιφορά ήταν ο χορός του, αυτά σκεφτόταν και πήγαινε και επειδή δε βρήκε τίποτα στο ποτάμι, αλλά κάτι λόγια είχαν φτάσει στ’ αυτιά του που δεν τους είχε δώσει σημασία, ο κόσμος είναι για να λέει, όμως το σαράκι του τρωγε τα σωθικά από καιρό, κίνησε να βρει την άπιστη στο σπίτι τους, ούτε εκεί τη βρήκε κι ήτανε τότε που οι αμφιβολίες του γενήκαν σιγουριά, ξεκρέμασε από τον τοίχο τη διμούτσουνη και πήρε ν’ ανηφορίζει κατά το σπίτι του εραστή της, έτσι νόμιζε, έτσι έλεγε ο κόσμος, δεν είχε καιρό τώρα να ελέγξει, να διασταυρώσει , μόνο να ξεπλύνει τη ντροπή από πάνου του, κι έφτασε καβάλα στο θυμό του έξω από την πόρτα και με βρισιές και με βλαστήμιες, πρώτη του φορά, καλούσε τον αντίζηλο να βγει να μετρηθούν σαν άντρες …
Το σούρουπο της ίδιας μέρας φριχτή έφτασε η είδηση από τα πέρα χωριά… Πώς, λέει, κάποιος που είχε διαφορές πήγε στο σπίτι του άλλου με το τουφέκι του και στάθηκε σαν ίσκιος και φοβέρα έξω απ’ την πόρτα και έσπρωχνε να μπει να λογαριαστούνε ..πως η καημένη η γυναίκα σκιάχτηκε μη δεν αντέξει το μάνταλο και η ίδια με τα χέρια της και το κορμί της κόντραρε την πόρτα από μέσα… δεν άργησε να γίνει το κακό.. . πισωπάτησε δυο δρασκελιές σήκωσε το τουφέκι του και κέντησε με σκάγια και αίμα τον αυγερινό στην πόρτα και το στήθος της……
Τα χρόνια που ακολούθησαν στη φυλακή, και ήταν πολλά, ο Γιώρης συχνά πυκνά συλλογιόταν τη ζωή του και όσα τον ‘φέραν ως εκεί ..πότε τα ‘ριχνε στην κακιά στιγμή, πότε στον κόσμο που του απόσωσε ο λόγος ο καλός… τα ξένα λόγια μην ακούς μονολογούσε… γάμοι κι αυτοί στα χωριά μας μονολογούσε… άλλον να παρουσιάζουνε γαμπρό στα προξενιά κι άλλον στα στέφανα… και τα κορίτσια αφού είχαν δώσει τα χέρια οι πατεράδες, υποτάσσονταν και ακολουθούσαν την κακιά τους τύχη… ο λόγος των αφεντάδων συμβόλαιο ..πόσες τέτοιες χειραψίες συμβόλαια δε ρήμαξαν ψυχές και όνειρα ..μοίρες που τις καθόρισαν άλλοι … μόνο η Παναγούλα, αντάρτισσα ψυχή, έγραψε στο μουνί της και την κοινωνία και τον πατέρα της και τα δυό τα σόγια και την ώρα που την αρραβωνιάζανε με άντρα που δεν ήθελε έδωσε παραγγελιά στα όργανα να της παίξουν το τραγούδι « σπάστα χάλαστα» και όπως χόρευε στην αυλή έφερε ένα γύρο, δύο γύρους στον τρίτο γύρο πιάστηκε από το παλούκι του φράχτη και αέρινη όπως ήταν στα δεκαεπτά της χρόνια πέρασε πάνω από το φράχτη, ανέβηκε τη σκάλα μπήκε στο σπίτι κλείδωσε από μέσα, όλοι τρέξαν στο κατόπι της, φώναζαν Γούλα άνοιξε, όμως η Γούλα είχε βάλει κάτι πρόχειρα παπούτσια πήδηξε τα δυό μέτρα και μέσα από τον κήπο εξαφανίστηκε να πάει να βρει τον αγαπημένο της … ο πατέρας της έπεσε από την ντροπή του στο στρώμα, κουκουλώθηκε και δεν είχε μούτρα να βγει στη λάκκα….
…. και γελούσε κάθε φορά που θυμόταν μια ιστορία που είχε ακούσει παιδί ,πως στο κεφαλοχώρι παντρεύανε την αδερφή κάποιου, δε θυμόταν τ’ όνομά του, αυτά του τα’χε διηγηθεί η συγχωρεμένη η μάννα του, και επειδή δεν της είχανε εμπιστοσύνη αν στην ερώτηση « δέχεσαι για σύζυγό σου…» θα έλεγε ναι, αυτό ανάγκασε τον αδερφό της σε όλη τη διάρκεια του γάμου να στέκει ένα βήμα πίσω με τα « κοκκόρια» του τουφεκιού σηκωμένα… ο παπάς κοντοστάθηκε για μια στιγμή να διαμαρτυρηθεί πως δεν ήταν κατάσταση αυτή και ότι η νύφη θα πρέπει να απαντήσει από μόνη της… για τον αδερφό αυτά ήταν ψιλά γράμματα… και τον έκοψε τον παπά σηκώνοντας το τουφέκι… « πες τα γράμματα παπά» είπε και το ξανάλεγε κάθε τόσο μην αφήνοντας άλλα περιθώρια δισταγμού στον εφημέριο… ο λόγος είναι λόγος, για ένα κούτελο καθαρό, για ένα φιλότιμο ζούμε, για ένα φιλότιμο σκότωσε και ο Γιώρης, όπως για μια παραγγελιά, για μια τιμή έφαγε και ο Νίκος, κολλητός του και φιλαράκι του στη φυλακή, τρεις ….
ΒΑΣΙΛΑΚΙ 14/3/2015

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

Μοναστηρίου

Στο τέρμα της Μοναστηρίου
με τράκαρε άγγελος Κυρίου
κι είπε μαζί του να με πάρει
μα είχε κόκκινο φανάρι
Κάνω στο τσάφ αναστροφή
γλυτώνω  την  καταστροφή

μου λέει θα δεις τι θα σου κάνω
ξοπίσω  σου στέλνω το Χάρο
να σε προλάβει ως το Βαρδάρη
ψυχή και σώμα να σου πάρει

του λέω συγγνώμη.. δε θα πάρω
κι ας έχεις το Χριστό κουμπάρο

την κάνω για Σταυρούπολη
μέσα από την Ηλιούπολη
ανέβηκα στο Σεϊχ Σου
για να γλυτώσω Ιησού

αργότερα θα 'ρθω κοντά σου
κι εγώ σαν όλα τα παιδιά σου
Ως τότε μέσ' τις εκκλησιές σου
άσε να ακώ τις λειτουργιές σου…

ΑΘΗΝΑ 27/2/2015