Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Τα  λόγια σου φωτιές κι αηδόνια
 πως καίνε πως χαϊδεύουνε...

κεντήματα κελαηδισμοί

στον άσπιλο  αέρα...

Γυναίκεια στήθη μύρια…
Τιτιβίσματα
και απαλές ανταύγειες…

Τα λόγια σου άνθη
 πηγή λαλέουσα..

Νιόκοπα  χερουβείμ  χαμόγελα
αυγή μου και ξημέρωμα…

Τα λόγια  σου ζεστή φωτιά μου χόβολη
και μυρωδιά ευφροσύνης...

Γάργαρο νερό και φως μου
κι αστραφτογεννήματα…

ΑΘΗΝΑ 28/11/2013

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

ΠΑΡΑΠΟΝΟ... (ΟΣΟΝΟΥΠΩ - ΑΡΚΟΥΝΤΩΣ)


Η φίλη μου το είπε χωρίς περιστροφές..." γελάω με τα ελληνικά σου"...μπήκα τότε να σκέφτομαι τα ελληνικά μου με κάτι φάτσες περίεργες, χοντρομούτσουνα ίδια καλικατατζαραίους και άσε που δεν ήξερα που να κρυφτώ, δεν είχα και που να τα κρύψω..."Καλημέρα" μου 'λέγαν οι άνθρωποι κι εγώ σγουφτός και απ' την άλλη κοιτώντας απάνταγα..."μέρ.....", σα να μη μ'ακούσουν να ήθελα. Τότε εκείνοι με κοιτάγαν παράξενα και ρωτάγαν τί έπαθα...και, τις πιο πολλές φορές, ένα γέλιο τους ξέφευγε που σα να χαμογελάσουν δεν πρόκαναν...Τότε έφευγα τρέχοντας , μη γελάσουν περισσότερο που τους έλεγα " τι γελάτε ρε;", όπως τότε στο δρόμο που μια γυναίκα τριαντάρα είχε κρεμασμένο στην πλάτη της κάποιον, ο Θεός να τον κάνει, που πίσω της σέρνονταν και είχε το παντελόνι του κατεβεί ως τα μπούτια...κι επειδή δε φόραγε σώβρακο, ο κόσμος πίσω της έβλεπε και ξεραινόταν στα γέλια..." τι γελάτε ρε" είπε τότε, σαν κι εμένα η γυναίκα, και αμέσως συμπλήρωσε... " κανά κώλο ξεβράκωτο βλέπουτε;"... Η κατάστασή άλλο δεν πήγαινε, μιας που να πάει δεν είχε, αλλά πήγα εγώ στο γιατρό μου να μ' εξετάσει που αντί μιλιά μου 'βγαινε βήχας, κι ο βήχας δεν κρύβεται... " Δε μου λες από τι το 'παθες; μην άκουσες και σύ καμιά διάλεξη, μη χωρίς ομπρέλλα σε πέτυχε καμια πολιτικού ομιλία;..απο 'κείνες τις στριφτές που τα νοήματα φέρνουνε σβούρα; μίλα σε γιατρό ήρθες μη ντρέπεσαι, μη μ' ακούς που γελάω" και, από πάνω μου σκύβοντας, " δε θα το πω σε κανέναν.."...Το και το του λέω τα καθέκαστα χωρις ν μα με πολλά σίγμα, από το δόντι μπροστά που μου έλειπε, και βγαίναν οι φθόγγοι σα φίδι που σφύριζε, " μια φίλη μου είπε τα ελληνικά μου δεν είναι καλά"..." -και τί έχουν; τώρα που το λες, χμ, τα ακούω αδύναμα, δε σφίζουν ως είθειστε" και μου διέταξε δίαιτα, τρείς φορές την ημέρα ποιήματα μικρά λιγομίλητα μη με βαρυστομαχιάσει η δόση και για αργότερα μου είπε θα αυξήσουμε τον αριθμό και το μάκρος μέχρι που να γίνεις περδίκι..να σαν αυτό...μικρό το δέμας μα πυκνό σε νόημα..άκου να δεις που 'ναι θαύμα "...και άκουσα..

" Είσαι ακόμη μέσα μου
αγάπη μου και μπέσα μου"

και πιο κάτω

" Αν δεν είχες φύγει θα ' σουνα εδώ
μέσ' το σπίτι τούτο που σε καρτερώ"...

" Να έτσι..ο στίχος να είναι ευκολόπεπτος...να μην κουράζει...και προπαντός τα νοήματα να υπακούν στο ρυθμό, χωρίς να κλωτσάνε... πως να το πω , να είναι λεία, χωρίς εξογκώματα... και η αίσθηση να είναι ανείπωτου κάλλους, άφατη η ομορφιά της..και όλα αυτά να είναι ορατά εκ πρώτης όψεως... Έχεις τίποτα να προσθέσεις; με εννοείς;..."..και δεν είχα.. και τον εννόησα... και θάμαζα την σαφήνια εκεί χάμου απέριττη..." Είσαι ακόμη μέσα μου.." ουδέν το δυσνόητο..τίποτα ασαφές να απορείς..εκ πρώτης όψεως πάντα...γιατί από δεύτερη σα φίδια οι περιέργειες με ζώσαν...κάτι καχυποψίες να σαν προζύμια που φούσκωναν κάτι υπόνοιες που σκιάζαν την αγάπη και την μπέσα...τι να 'θελε να 'πεί εκείνο το " ακόμη"...από πότε ήταν εκεί και μέσα της ; τι κάνει εκεί μέσα που ξώμεινε;.. "γιατρέ τι κάνει εκεί μέσα της;"...ο γιατρός, ένας που , δεν φτάνει όπως έλεγε, ότι ήταν ερασιτέχνης φιλόλογος και εραστής της ποιήσεως, τρομάρα του, είχε και τη λεπτομερή ματιά εντομολόγου, εκείνη τη διαστροφή του επαγγέλματος που μπορεί να σου πει το είδος της μυίγας από τα ζεύγη τριχούλες που έχει στα πόδια της, .."της" ; μου λέει, " από που το συμπέρανες; στο ποίημα εκούσια απεφεύχθη να οριστεί το γένος, το φυσικό, της αγάπης, ούτε υπονοείται ποσώς ποιος ή ποιά φεύγει... το ποίημα αρκείται στα απολύτως ουσιώδη...στο πρώτο απόσπασμα έχουμε μόνο μια αχρονική ερωτική υπερβολή που εξυμνεί και υπογραμμίζει το πάθος και στο δεύτερο το ουσιώδες είναι εκείνο το αρχικό , ακάνθινο θα έλεγα " αν"...ακολουθούμενο από το αρνητικό μόριο " δεν"...το μόριο που λέει "δεν" ανατρέπει πεποιθήσεις αιώνων....επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις που ο γράφων ή η γράφουσα καρατομεί μονοσύλλαβα, εισάγοντας την προσωπική του/της επαναστατικότητα στη γραφή, αποφασιστικά, χωρίς στιγμή να ορρωδήσει στη σκέψη αν η τομή που επιχείρησε με εκείνο το "αν" αιμορραγεί για καιρό μέχρι να γίνει αποδεκτό από τους λογοτεχνικούς κύκλους, μέχρι τότε μια κρυφή αγωνία θα συντροφεύει την αναμονή αν το μόσχευμα θα δέσει στο σώμα..." ..και ξανά " με εννοείς; " μου λέει μεσ' τα μούτρα....και δεύτερη φορά εννόησα και βάλθηκα νοερά να σκοτώσω μια αρκούδα που 'στεκε πιο πέρα σηκωμένη και στα όρθια στεκάμενη και ήτανε λέει η παλιά η αγκυλωμένη διανόηση...κάτι που από καιρό είχε στερέψει, η αρκούδα ήταν στα χάλια της, πετσί και κόκκαλο, έφτανε μια να της δώσω και πάει χίλια κομματια θα έσπαγε, τη λυπήθηκα, ο θρίαμβος της αδιαμφισβήτητης βεβαιότητας..." αν δεν είχες φύγει θα ήσουνα εδώ"...ποιός άφρων θα μπορούσε να το αμφισβητήσει, τέτοια αλήθεια, βαρύγδουπη, όπως ο γδούπος που έκανε πέφτοντας εν αιθρεία στο ανύποπτο τέλμα της ακίνητης και όχι ακοίμητης καθεστυκυίας ταξης των γραμμάτων εκείνο το "ακόμη" συνεπικουρούμενο από το άλλο το άτεγκτο "αν", προκαλώντας επάλληλους κύκλους αλυσιδωτών αντιδράσεων που διαδέχτηκαν τα κύματα έκπληξης στα γνώριμα στέκια , απορία ψάλτου βήξ...κατάλαβες τώρα γιατί βήχεις;..γιατί τα ελληνικά σου χλωμιάσαν αναίτια μετά την αθώα επισήμανση εκείνης της φίλης σου που βέβαια δεν είχε πρόθεση , μόνο που οτιδήποτε θα της έφερνε γέλωτα, θα ηχούσε ρηχό, σχεδόν ανεπαίσθητο, μετά το βαθύ " μέσα μου" , μετά το αδιαμφισβήτητο " θα ήσουνα εδώ"... θέλω να είσαι επιμελής, η κατάστασή σου είναι αναστρέψιμη, αλλά βόηθα και συ, μην τα θες όλα από το γιατρό, ο γιατρός δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα, χωρίς τη δική σου συμβολή, μη με βάνεις να ανοίγω εδώ χάμω αυτοσχέδια σχολεία να σε μπάσω στο νόημα.. .Άνοιξε τα στραβά σου , εκεί είναι η πόρτα και μου 'δειξε παραταύτα και πάραυτα από πούθε να φύγω....και βγήκα...

Αρχινώντας, 'κει ΄χαμου να γράφω, στη μέση του δρόμου, νοερά, ένα διήγημα..μα με 'μποδαε η αρχή..Πως να αρχίναγα;...Για ποίημα δεν ήμουν φτιαγμένος...και τα μεγάλα τα απόφευγα...Τα έπη, το εκτενές μυθιστόρημα... η αρχή είναι το άπαν σκεφτόμουνα ..το ήμισυ του παντός ύστερα με διόρθωνα και με μάλωνα...τέτοιες ανακρίβειες απάδουν στην δική μου καλλιέργεια..είναι ανεπίτρεπτες...όχι να τρως κουκιά και να μαρτυράς ρεβύθια... Η τέχνη απαιτεί ειλικρίνεια, τη δύναμη να εκτίθεσαι ολόγυμνος, με πυγμή να επιβάλλεσαι στο υλικό σου, και όχι να στέκεις αναποφάσιστος, σαν εμένα στη μέση του δρόμου.. "Ναι μεν αλλά " τσαμπούναγα και αισθανόμουνα λεύτερος...ήθελα πήγαινα ίσα, ήθελα έστριβα ....η πρώτη εντύπωση...να κάνεις ο αναγνώστης να μην αφήνει το βιβλίο από τα χέρια του, έλεγα.. να γλείφει τα δάχτυλά του...και , έγλειφα εγώ τα δικά μου... "Οσονούπω"...λέω ξαφνικά... και αμέσως μετά... "αρκούντως"...και καταριόμουν τον εαυτό μου που ποτέ δεν μπόρεσα στη ζωή μου να μην έχω διλήμματα... " Οσονούπω".. " Αρκούντως"...Ποιό απ' τα δυό; Αυτό να μην είχα...όλη μου η ζωή σταυροδρόμια.. από παιδί με παιδεύουν οι υπαναχωρήσεις... ένα βήμα μπροστά δύο πίσω...γιατί, την τύχη μου, να μην είμαι κι εγω σαν τους άλλους;...Να "είμαι ακόμη μέσα σου " να 'γραφα χωρίς ποτέ να αμφιβάλλω;...μπας και δεν;...να " θα ήσουν εδώ"..παστρικά λόγια... ενώ "αν δεν είχες φύγει" χίλιες δυό συνέχειες ...άντε να βρεις τη σωστή..." άψε κερί να βρεις το λύχνο"...τούτη η προκαταρκτική αίρεση "αν" να μην ήταν...πόσο θα ήθελα...

Αχ γιατί να μη μπορώ να κάνω ζάφτι τις λέξεις να με υπακούν τα φωνήεντα; Να λαμπρύνω κι εγώ μια σταλίτσα τα γράμματα τα ελληνικά και μπορεί και τα ξένα; ….Να σαν τη φίλη μου που διέγνωσε πρώτη τα φάλτσα μου… να αγριοκοιτάζω το επίθετο και να τρέχει στο κείμενο να βρει τη σωστή του τη θέση… να γραπώνω κεφαλοκλείδωμα τα νοήματα και να σφαδάζουν ανήμπορα.. να χτυπιούνται στους στίχους…. Να στοιβάζονται παρομοιώσεις και σχήματα και να ραχατεύουν ανέμελες , καμιά φορά και να λιάζονται ξέγνοιαστες αλληγορικές προεκτάσεις; Δεν είμαι πλασμένος για αυτά… για πρεπειές και για δόξες… Η δόξα ζητά ταπεινότητα γονυκλισίες μετάνοιες…. ζητά επιείκεια ..να σε σπλαχνιστούν οι Θεοί και οι μούσες… στα γεννητούρια σου να είναι παρούσες οι μοίρες…στα δικά μου, ηλίου φαεινότερον έλειπαν… ενώ, ηλίου φαεινότερο πάλι, στα του φίλου της φίλης μου επί ποδός και παρούσες, με τα πανέρια γεμάτα τον έραναν , έτσι που έγινε ποιητής τρανός και που μ’ όλους τα έχει καλά και νοιώθει μαζί τους οικεία.. σα να που μικρός έπαιζε μαζί τους αμάδες… « Ρίξε κάτι Σαπφώ μου απάνω σου και μη μούνα καθεύδεις»…» κι εσύ ρε Αρχίλοχε πετάξου να μου πάρεις δυο πακέτα τσιγάρα»… τέτοια... και η έμπνευση δούλα του..της σφυράει και φτάνει… κι αν αργήσει δεν το ΄χει σε τίποτα να της αστράψει δυο σφαλιάρες να μάθει… όλα κι όλα… ο καθείς εφ’ ώ ετάχθη… ο μυλωνάς τη μυλωνού ο ποιητής την ποητού…

ΒΑΣΙΛΑΚΙ  12/11/2013

ΔΕ ΣΕ ΞΑΝΑΔΑ (Μικρές αληθινές ιστορίες )


Τετάρτη δημοτικού
και καλοκαίρι
στη Σκαφιδιά στην κατασκήνωση…

Εσύ ομαδάρχης
τελειόφοιτη
γύρω στα δεκαεφτά σου…

Με πήρες υπ’ ευθύνη σου…

Όμορφη πολύ στα μάτια μου
με πόδια λεία και μακριά
με κάθιζες επάνω τους
και κολυμπούσες
ανάσκελα για τόσο
όσο που τέντωναν τα δυό σου στήθη
κι ύστερα πλούσια όπως ήταν
έρχονταν και γέμιζαν ξανά
το τιρκουάζ μαγιώ σου…
Τα μάτια μου πάντα εκεί
στο πρόσωπο
μα πιο πολύ στο στήθος
πορτοκαλένια γεμάτο
στρογγυλό….

Μου χαμογελούσες
κι ήταν το χαμογέλιο σου
αίνιγμα και υπαινιγμός
και νόημα…

Κάθε φορά στη θάλασσα
ήταν το παιγνίδι μας…

Πέρασαν οι μέρες
τα χρόνια….
Θυμάμαι μόνο τα στήθη σου
και πως ήσουν
απ’ τον Πύργο
Γορτυνίας…τόσο
μου είχες πει…

Κάθε που περνώ
κοιτάζω το σπίτι
μη τύχει και σε δω…

Μια μονοκατοικία
η ίδια από τότε…

Έχει πάντα
τα παντζούρια
κλειστά….

τι να απόγινες….

Δε σε ξανάδα…

***

Η φίλη σου τα είχε με το Γιώργο
Μ' έφερε μαζί του
Σ' έφερε μαζί της
Καρόλου Ντηλ
όξω απ' το σχολειό σας...
Αγωνία...
Το βράδυ με τα μάτια ρώτησα...

" Μοιάζει με τον Ομάρ Σαρίφ"
είπε πως είπες...

Δε σε ξανάδα...

***

Πανεπιστημίου, υπόγεο,
μέσα στο δισκάδικο...
Σήκωσα τα μάτια
μου χαμογέλασες

Χίλιοι καϋμοί
και χτύπησαν
τ' ακίνητα φτερά τους
χίλια άστρα
και σε φώτισαν

Έσκυψα πάλι
μη δεις την ταραχή μου

Ούτε λεπτό δεν πέρασε
μέχρι να σε ξανοίξω πάλι
μα εσύ άφαντη….

Βγήκα στο δρόμο
τρέχοντας ως πάνω...
πουθενά..
πήρα το δρόμο αντίθετα
το ίδιο πιλαλώντας...

Στην άκρη απο το Ρέξ
με περίμενες...
Γελούσες ασταμάτητα...
Γέλασα...

Αμήχανος στην τόση ομορφιά σου.....

Δε σε ξανάδα....

***
Απόγευμα σουρούπωνε
και 'ρχόσουν απ' αντίθετα..
Σε κοίταξα επίμονα
Καστανά μαλλιά
και μάτια όμορφα
βυθίστηκα μέσα τους...
Θλίψη πολλή κι απόγνωση
πιάστηκες στα δικά μου...

Αντιγύρισα

" Πεινάς;" με ρώτησες ήσυχα
μετά τα πρώτα λόγια…

Εσύ πεινούσες...

" Πεινώ" είπα το ίδιο ήρεμα

Συνέχισες μέχρι το " ΑΙΓΑΙΟΝ"
Αμίλητη απόφαγες
και ψέλλισες κάτι για μια έξωση..
για πράγματα και ρούχα
που σου 'βγαλαν στο δρόμο..

" Κάνεις ωραίο έρωτα;"
ήταν η δεύτερη το ίδιο θλιμμένη ερώτησή σου…
Έμεινα βουβός
δεν ήθελα μια τέτοια πληρωμή
Σου έδωσα ότι είχα
δυο τρία χιλιάρικα
ίσως και λιγότερα...

" αύριο ;¨" μου κάνεις
"αύριο" κι εγώ αόριστα

Δεν ήρθα
Δε σε ξανάδα...

***
Παλιά δόξα στο σινεμά
μάλλον σε ρόλους δεύτερους..
σε θυμάμαι
κάθε που βλέπω ελληνικές ταινίες
Ομόνοια
και τρίτης Σεπτεμβρίου
μου μίλησες γλυκά
και μου συστήθηκες..
Με ρώτησες αν μπορω
να σου δώσω τα ναύλα
για τη Σαλαμίνα..
Ανταποκρίθηκα
δάκρυσες
εσκυψες και μου κλεισες τα χέρια
μέσα στα δικά σου
Με κοίταζες με νόημα
" πως κατάντησα"
κι ευγνωμοσύνη
Με κάλεσες στο σπίτι σου
κάπου στη Βικτώρια
Πως έμενες είπες με μια ανηψούλα σου...
Μου έβαλες στο χέρι
αντρέσσα και τηλέφωνο...

την πληγωμένη σου αξιοπρέπεια....

Δεν ήρθα...δεν τηλεφώνησα..
Δε σε ξανάδα....

***

Σε κάποια πλαζ
Αγιο Κοσμά, Βούλα ή Βουλιαγμένη
που να θυμάμαι...
Ούτε σένα θυμάμαι..
Μόνο την αποκοτιά
που 'χουνε καμιά φορά
τα νιάτα...

Μόλις που είχα φτάσει
και δοκίμαζα με τ' ακροδάχτυλά μου
το νερό...
Εσύ δυο μέτρα το πολύ μπροστά μου
ανάσκελα και λίγο κυρτά στο πλάι
κοίταζες το πέλαγος
και είχες αφεθεί στα κύματα
νανουριστά να σε λικνίζουν...
Ξάπλωσα πίσω υπολογίζοντας
το κύμα να σε φέρει...
Με κάθε κύμα με κάθε λίκνισμα
με σίμωνες κι εγώ χτυποκαρδούσα...
Ώσπου ένα κύμα τελευταίο
σ' εφερε στην ανοιχτή αγκαλιά μου..
Για μια στιγμή ξαφνιάστηκες
μα αμέσως ξέσπασες σε γέλια...
μιλήσαμε τα τυπικά
μου είπες το όνομά σου
πως ήσουν απ' το Πέραμα
και να συναντηθούμε

Το απόγιομα της ίδιας μέρας...
Δεν ήρθες...

Δε σε ξανάδα....

***

Γυναίκες έρωτες μου
ανολοκλήρωτοι…

Πόσα σας χρωστώ……

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 11/11/2013

ΣΚΟΡΠΙΑ ΛΟΓΙΑ

Σε φιλώ..
Σφιχτή αγκαλιά μου..

Σε αγγίζω..
Το δέρμα σου ανατριχίλα
και λαχτάρα...

Μέσα σου να χαθώ...

Καυτή φωλιά
που σμίλεψα με δάκρυα...

Κλείσε τα μάτια....

μου λες...

Χάνεσαι…χάθηκα...

Η ανάσα σου στο λαιμό μου…
Καίει…

Στόμα μου και στόμα σου...

μάτια μου, μάτια μας
φλόγες....

Οι καρδιές κορμιά….

Σπασμοί... σκιρτήματα...

Οι καρδιές καράβια…

Στα βαθειά τα νερά
τ' αλμυρά…

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 10/11/2013…

ΚΑΗΜΟΣ

Τώρα που βγήκα απ' τη δουλειά
δεν έχω τι να κάνω
μόνο γυρνώ στη γειτονιά
σα το χωλό ζητιάνο

και όλο κοιτώ τις κοπελιές
το στόμα τους το πρόσωπο
τα στήθη το κορμί τους
της ομορφιάς τους πινελιές
το βλέμμα τους τ' ολόφωτο
τα πόδια...το φιλί τους...

κι ενώ το πνεύμα αναθαρρεί
και σιγοαργοσαλεύει
κι αναντρανίζει στα παλιά
κι όσα το κάνουν να χαρεί
να θυμηθεί γυρεύει...
Ω! στην καρδιά του σαϊτιά

Ω! σάρκα ράθυμη βαρειά
με παίρνεις στο λαιμό σου
κι απέχεις απ' τη σύναξη
που λαχταρά η πεθυμιά
σα να που πήρες σύνταξη
πριν απ' τ' αφεντικό σου...

ΒΑΣΙΛΑΚΙ  7/11/2013

'ΗΡΘΑ ΑΡΓΆ...

Ήρθα αργά δεν πρόλαβα μου πήρε άλλος τη θέση
με δυο αγκωνιές και μια σπρωξιά με 'βγαλαν από τη μέση.....

και πια στην άκρη στέκομαι και σοντηρώ τους άλλους
και γκρούβγουμε απ' τσι πεθυμιές τους πόθους τους μεγάλους....

Να πάω μπρος δε το μπορώ το πίσω δε μου στέκει
είναι η ζωή μου ανημποριά... σβησμένο αστροπελέκι...

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 3/11/2013