Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

ΚΟΥΤΡΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ


Μακρυά όσο της βγόριζε ξάνοιγε τον τόπο...
Κι ως τον είδε, πρόβαλε το μαστραπά κρατώντας....
Να πιει ο Γιάννης της...να πλύνει πασπάλους κι αίματα.......
Καθίσανε ένα γύρω στο σοφρά..να πάρει μια μπουκιά ..να ξαποστάσει
Να δεί και τα κοπέλια του....ποιός ξέρει αν τα ξανάβλεπε...
Εκεί ακούμπησε τα δυό του δαχτυλίδια...σαν αποφάγαν τ' αναζήτηξε...άφαντα..
Κοίταξε άγρια τα κοπέλια..ζάρωσαν... τις κοπελιές, μα ευθύς χαμήλωσε τα μάτια
Δεν τα πήραν....
Και ξάφνου να τα πάλι εκεί απανω στο σοφρά κι εφτά ζευγάρια μάτια δεν τα θώρουν....
"Κακό σημάδι" έβαλε με το νού τζη η Χαρίκλεια - να βλέπεσαι ψιθύρισε
Κι ο άντρας της, μονάχα μια στιγμή, αντίσκοψε το βήμα
Πριν δρασκελίσει το κατώφλι..
- σύντεκνε Γιάννη πόριξε...γαέρνουμε..κι ευτύς αναρριχήθη το φιλότιμο..
Κιοτής αυτός που δεν εκιότεψε ποτέ του..
Αυτός που στα δεκάξι του ευρέθη να πολεμά πλάι στο Μίκη Ζέζα....
- Α δε γαϊρω......και δεν γύρισε
Απόγιομα που ρίχτηκαν ακόμη μια φορά στη μάχη
Μπουλούκι άτακτοι κι οι Γερμανοί απ' την άλλη...
Γιουρούντιξαν με λίγα απού βαστούσαν λιανοντούφεκα
και με τη λεβεντιά τους
Μπαρουτοβάρελο τα στήθεια τους, θυμός η αναπνιά τους...
"Ίντα γυρεύγετε επαγέ...εδώ είναι ο τόπος τ' αγριμιού"
Τους πήραν κυνηγώντας ως τον ποταμό...
-Σύντεκνε άφησ' τον να γκάψομε...μα δε θωρείς; κι αποθαμένος είναι...
-Σύντεκνε Γιάννη στράφου.... στη μπουμπουλέ...το λόγο δεν απόσωσε ο Σκουλάς
κι ο Γερμανός με όσο μίσος μπόρεσε και σύναξε η ψυχή ,στο ελάχιστο πριν φύγει,
του ξάμωσε στο μπέτη.....
κι η ώρα πέτρωσε..κι έπεσε ο Γιάννης το θεριό...ο Σαραντάπηχος...
κι έπεσε στα πενήντα δυό του..δίπλα στου ποταμού το ρέμα...
Έπεσε και τον τύλιξαν οι μυρωδιές του Μάη...
Σίμωσε κι έθεκε προσκέφαλο τη χέρα του ο Σκουλάς...
Όσο να ξεψυχήσει...
Μαζέψαν τα δαχτυλίδια..το τουφέκι του....πήραν ν' ανηφορίζουν τα ριζώματα
Αμίλητοι, σφιγμένοι, δυό λιγότεροι
Αμίλητοι απιθώσαν τα δαχτυλίδια στο πεζούλι...το τουφέκι
Ο Γιάννης; ρωτήσανε τα μάτια της χαρίκλειας
Ο αφέντης μας; ρωτήσανε τα μάτια τα ορφανά
Σκύψανε τα κεφάλια...κείνη ξέσπασε..
- Μίσεψες Καπετάνιε....και πού μ' άφηκες....
Τίνος αφήκες τα παιδιά.......
- Σώπαινε μπρε γυναίκα... θάρειε κι άκουσε....
Κι εμένα μ' ηύρε ο Χάρος καθώς μου 'στεκε....

Αθήνα 06.09.2011
Δημοσίευση σχολίου