Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ Σ.




(Στο ποίημα που ακολουθεί έχω χρησιμοποιήσει πολύ από το ύφος και το μουσικό ρυθμό του Διονύση Σαββόπουλου..)

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ Σ.

Μου μιλάς τα 'χω χαμένα και δεν απαντώ
μόνο το κεφάλι σκύβω χαμηλά κοιτώ
Τ' όνομά σου ψιθυρίζω μ’αναφυλλιτά
η καρδιά μου αναστενάζει και βαθειά πονά..

Μα εσύ όλο με μαλώνεις ντρέπομαι πολύ
το κεφάλι χάιδεψέ μου δώσ' μου ένα φιλί

Σκύψε χαμογέλασέ μου έλα πιο κοντά
τα ματάκια σου να βλέπω μαύρα και ζεστά
Με κοιτάζουν τα κοιτάζω και ζεσταίνομαι
η ομορφιά τους με τυλίγει και δε φαίνομαι
Θέλω μόνο να σ' αγγίζω να σε αγαπώ
Με τη σκέψη σου δακρύζω και σε λαχταρώ...

Στο χωριό το Βασιλάκι σ’ ονειρεύομαι
να ‘σαι στο δικό μου πλάι να πηγαίνουμε

Μέσα από ελιές και αμπέλια δροσερά νερά
ένα γύρω να ‘ναι ο τόπος δάση σκιερά…

Να ‘ναι πάνω μας τ’ αστέρια χείλη φλογερά
να μην έχουν τα φιλιά μας όσια κι ιερά…

Τα πουλιά να κελαηδάνε να το λεν κρυφά
της αγάπης το τραγούδι πόθου ανασεμιά

Της ψυχής μου αναστενάρια μαύρα μου μαλλιά
από φω σ’ έχω πλασμένη κι όνειρα πολλά….

ΑΘΗΝΑ 29/7/2013

 


Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Κι όσο  η ώρα σίμωνε για να την συναντήσει

πως τάχαιναν οι χτύποι της καρδιάς του

γοργόφτερα κι ανάλαφρα που τού 'γιναν τα πόδια....

 

Κι ως ακροπάτιε κι έφευγε,  η Τσιμισκή,

ίδια η λαχτάρα του έμοιαζε και πήγαινε

πάντα δυο βήματα μπροστά και μόνο

στο ύψος της Καρόλου αντίσκοψε το βήμα

μια στιγμή  ψάχνοντας τη στάση την παλιά

για το Πανόραμα, μνήμες γλυκές και πόνεσε,

τόσα χρόνια,τι να 'γινε εκείνη η κοπέλλα

 που  τάχαμ' τον αγάπησε

γιατί ήταν, λέει, σαν κάποιο άραβα

του σινεμά φτυστός, έτσι μελαχροινός και σκούρος

κι έφηβος και ντράπηκε πολύ και δεν την ματαείδε...

 

Κι έφευγε,   πάντα μπροστά  η λαχτάρα του

μαζί με τ' όνειρα του, τόσων μηνών οι προσμονές

και πως να τις  κρατήσει και το βλέμμα του

ίσαμε πέντε οργιές πάνω από τα κεφάλια

των περαστικών κι ούτε στιγμή σταμάτησε

σε πρόσωπα άλλα ν' αμφιβάλλει

μέχρι το τελευταίο πέταγμα σαν έφτασε

 στο έμπα της πλατείας Την είδε που περίμενε

ανάμεσα στον κόσμο και παρευθύς το χέρι

σήκωσε ψηλά και γλύκαναν τα γελαστά του μάτια

 

"εδώ είμαι"

 

 

Κι εκείνη τ' αποκρίθηκε μ'  αθώο και σαν κόκκινο ένα

 χαμόγελό τη ς που το 'στειλε ν' ανταμώσει ένα δικό του

 

 " εγώ είμαι"

 

χελιδονάκια χαρωπά και φέρναν βόλτες

και σκούνταγαν  τον άνεμο π' αναρριγούσε

και ράγιζε κι εκείνου η καρδιά του

κι ήτανε όλα γύρω του  γαλαζωπά

σα θάλασσα και ουρανός και ωραία

Πως φεγγανε τα μαύρα της τα μάτια

Τα μαύρα της τα ρούχα πως την έντυναν

πλούσια μαλλιά  και πλούσιο στήθος

τα δυο της χείλη κερασιά και φλόγες

έγειρε και τη φίλησε, το στόμα του

 απαλά στα μάγουλά της

 

Η ώρα δυό  το μεσημέρι....

 

ΑΘΗΝΑ  20/07/2013





Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

" Ω θεϊκιά κι όλο αίματα πατρίδα" (Δ.Σ.)

Μη μου ζητάς μόνο εσένα ν'αγαπώ..

 

Έλα μαζί μου αγαπημένη..

 

Πουλί η ψυχή και γκιζεράει..

πουλί κι η σκέψη χάνεται...

 

μνήμες ολούθε μνήματα...

 

Βλέπω τους δρόμους ματωμένους

 

Σταδίου και Λαδά, Βενιζέλου και Εγαντίας,

Βενιζέλου και Ερμού

το τρίκυκλο από τη Σπανδωνή

ο Σωτήρης,  ο Τάσος, ο Γρηγόρης

 

ΕΑΤ ΕΣΑ  ψυχές που κράτησαν

κορμιά τσαλακωμένα

που ξεψύχησαν..

 

ο Ελής στον ιππόδρομο

ο Σπύρος στο καροτσάκι

 

Πατησίων και Στουρνάρα

Πατησίων και Τοσίτσα το σχολειό

 με την ξεκοιλιασμένη πόρτα

 

 ο Ντερτιλής να σημαδεύει

το Μιχάλη 

  " το Πολυτεχνείο ζεί"  και ζούσε

κι άλλοι νεκροί στα χρόνια που ήρθαν

Καλτεζάς και Γρηγορόπουλος

κι άλλοι κι άλλοι στις δικές μας μέρες...

 

Έλα μαζί μου αγαπημένη

 

Δες οι  πλατείες.. . ακούς τις σφαίρες;

τους σκοτωμένους τους βλέπεις;

 

Σύνταγμα, δεκάδες οι θερισμένοι

με τα πολυβόλα εκείνου του Δεκέβρη

 ψηλά από το ξενοδοχείο του διχασμού...

 

Πως μπορώ να ξεχάσω αγαπημένη...

 

Τόσο αίμα που να σαλεύει ο νους

και τ' άδικο βαρύ

και ν' απομένει ασάλευτο

Τόσα μαρτύρια  τόσοι διωγμοί

και βάσανα και ελπίδες που χαθήκανε

 

Τόσες πορείες  τόσες ματωμένες Κυριακές

 

Έλα μαζί μου αγαπημένη

 

Στη ματoβαμμένη "πλατεία των όπλων"

δες τα καμιόνια φορτωμένα

τρεις χιλιάδες, λένε, οι σκοτωμένοι

Στην Οδυσσό και το Σικάγο της Πρωτομαγιάς

Στην πλατεία Τραφάλγκαρ

του χίλια οκτακόσια ογδόντα εφτά

στο Δουβλίνο του χίλια εννιακόσια δεκατρία

στο Δουβλίνο του χίλια εννιακόσια είκοσι

και στο Ντέρυ του εβδομήντα δυό

 

Έλα μαζί μου  αγαπημενη

 

Να περπατήσουμε  την " Άνοιξη της Πράγας"

και την πλατεία Τιενανμέν

να περπατήσουμε την Παλαιστίνη και την Κύπρο

και όλες εκείνες τις πλατείες

με τις μαννάδες και τα τσεμπέρια

αμίλητες να γράφουν κύκλους

κρατώντας τις φωτογραφίες των παιδιών τους

 

Εκείνο το δυσοίωνο " αγνοείται"

 

κι η καρδιά του ποιητή

που στην Ελλάδα τουφεκιζόταν

σ' όλο τον κόσμο τουφεκίζεται

 

Πολλές οργιές οι αλυσσοδεμένοι

Πολλές οργιές η οργή των κολασμένων

 

Πως μπορώ  να ξεχάσω αγαπημένη

Πως μπορώ μόνο  σένα ν' αγαπώ

 

ΑΘΗΝΑ 14/7/2013





Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ





 
 
 
 

Στο παλιό το μονοπάτι

 

ψάχνω να 'βρω την αγάπη

Ρωτώ από 'δω ρωτώ από 'κει

 

μέχρι την άλλη Κυριακή

 

μη και την συναντήσω

και γλυκά να της μιλήσω

μη και της πάρω ένα φιλί

τόσο π' αγάπησα πολύ

Ένα πουλί είναι η καρδιά
που φλερτουράει μέσ' τα κλαδιά

Πίνει νερό απ' τις πηγές
Εκεί π' αγιάζουν οι ψυχές

κι αποζητά να ζεσταθεί
να την χαϊδέψει η Ανατολή

Ποτέ μη 'ρθεί το βράδυ
τ'ανήλιαγο σκοτάδι

σβήσει απ' τα μάτια σου το φως
ο κόσμος μου κι ο Ουρανός....

Σε γύρεψα στον ποταμό
σε Λάδωνα και Αλφειό

Σε βρήκα στην Ντοάνα
γλυκειά μου Ιωάννα...

Τα πόδια μας μεσ' τα νερά
να παίζουνε με τη φωτιά

Φτέρνα τη φτέρνα ανάβουνε
στο αίμα μας και λάμπουνε

όλα τα αστέρια του βυθού
τα λόγια που είναι του καημού

αρπάξανε και φλέγονται
με χάδια που δε λέγονται

στη σμίξη ψάχνουν τα κορμιά
να σβήσουνε την πεθυμιά

και με φιλιά και μ' αγκαλιές
'γείραν στην όχθη σαν ιτιές...

ΑΘΗΝΑ 6 - 9/7/2013