Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

ΑΧ ΑΥΤΑ ΤΑ CHECK IN

Δεν τα πάω καλά με την τεχνολογία..και ζηλεύω… Ναι ναι ζηλεύω  όλες αυτές που παίζουν κομπολόι το check in. ( το check out είναι άλλη ιστορία… Θυμάμαι το Λευτέρη «ενοικιαζόμενα δωμάτια», ορεσίβιο κρητικό που τον ρωτούσαν τι ώρα είναι το check out… Ήντα ροζονάρει μωρ’ κοπελιά τούτος σες; - ρωτάει τι ώρα να φύγει αύριο – κι ήντα με νοιάζει μένα μωρέ πότε θα φύγει;… ξιά του πε του)… Λοιπόν τις βλέπω, η μία να τρώει ψάρια και να γκρο πλαν η πιατέλα με τα ψάρια… η άλλη να πίνει ούζα και να γκρο πλαν η καράφα με το ούζο (στα πιάτα κάτι υπολείμματα δείγμα ότι το συνοδεύει με τα «δέοντα»)…
Η τρίτη αραγμένη στο σαλόνι του πλοίου ζωσμένη με δυό σακ βουαγιάζ και την απόλαυση από το φραπέ στο μούτρο της ( τη φωτογραφία του πλοίου να ταξιδεύει στ’ ανοιχτά πως την έβγαλες;… πόσο μακρύ είναι το σελφοκόνταρό σου; ... άλλες ούτε στο όνειρό τους τέτοια μεγέθη) … Ζηλεύω σας λέω πολύ… για αυτό, αφού δεν μπορώ να κάνω ζάφτι τα check in, είπα να καταθέσω εδώ το σχέδιο ταξιδιού της δικής μου απόδρασης…
Λοιπόν ξεκινάω Πέμπτη πρωί… Στον άγιο Κωνσταντίνο , μπορεί και στου Λεβέντη, στάση για ξεμούδιασμα και τα σχετικά… Στα Καμμένα Βούρλα στάση να δω αν μετά από τόσα χρόνια πήραν πάλι απάνω τους… κάθε στάση και φωτό εννοείται… σαράντα θα βγάλω… και θα ανηφορίσω από τον παλιό δρόμο για Δομοκό και Παλαιοφάρσαλο για χαλβά… Φωτογραφία από το χαλβά (να τρώει) μετά… Φαρδύς πλατύς ο νταβάς και πασαλειμμένο το μαχαίρι… και κατά τ’ απόγευμα λέω ν’ αριβάρω να δω αν στερέψαν τα πηγάδια και γιατί τα τρία γίναν πέντε… Φωτό από το σαλέ δίπλα στο τζάκι να καίει δεν θα έχει… γιατί ναι μεν το δωμάτιο θα έχει τζάκι, αλλά χρεώνουν έξτρα το κούτσουρο… και κώτσορος δεν θέλω να πιαστώ… . Υπόσχομαι όμως φωτό γίγαντες πλακί, λουκάνικο πικάντικο και ξυνόμαυρο Νάουσας… αν όλα πάνε καλά και αν φωτογραφίζοντας πετυχαίνω το στόχο… Δεν το έχω σας λέω… μια φορά κάτι μεγαλύτερα παιδιά στο σχολείο μου ζήτησαν να τους τραβήξω μια φωτογραφία… αγκαλιαστήκανε σαν φίλοι γκαρδιακοί που ήταν και μου είπαν « τώρα»... πάτησα το κουμπί και όταν την εμφάνισαν είχα πάρει μόνο τα κεφάλια… βγήκαν σαν πέντε στη σειρά πιασμένοι από τους ώμους αποκεφαλισμένοι πρόδρομοι Αγιάννηδες…
Αν και θα ήθελα, στο Φαλακρό της Δράμας δεν θα φτάσω... Θα μείνω με την απορία αν πάσχουμε από τον ίδιο τριχοφάγο....

ΑΘΗΝΑ 20/12/2016

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

ΣΠΊΤΙΑ

Με πονάνε  τ’ αρφανεμένα  σπίτια

Αμπαρωμένες πόρτες
 λουκέτα που ‘φαγε η σκουριά
πατζούρια σφραγισμένα
πολυκαιρισμένα πάνω τους
τ’ αχνάρια της   μούχλας …

Υποφέρουν τούτα τα σπίτια
της μοναξιάς
και λαχταράνε να σταματήσει
στο κατώφλι τους
δική τους γνώριμη περπατησιά
και ν’ ακούσουν το κλειδί
στον αφαλό της κλειδωνιάς
να τρίζει
σαν κόκκαλα
μετά από βαριά κατάρα

Είμαστε κάποιοι ακόμη
 που επιμένουμε να γυρνάμε πίσω
Να δίνουμε πρόσκαιρα ζωή
στα παλιά μας σπίτια
Σπρωγμένοι απ’ την ανάγκη μας
και το συναίσθημα  μας
που μας πεισμώνουν
και δεν αφήνουν  τις καρδιές μας
να παραδεχτούν την ήττα…

ΑΘΗΝΑ 18/12/2016

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

ΑΠΑΤΗΛΑ ΣΤΟΛΊΣΜΑΤΑ

Διαβάζω ποιήματα
Τα πιο πολλά έχουν πολύ μέλι
με λιγώνουν
Επιμένω , ενώ ξέρω πως η αλήθεια
απεχθάνεται τη ζάχαρη
Τα Χριστούγεννα τα ζω
πώς να το πω
από απόσταση
Να μη με φτάνει το κακό,
τα μάτια τα βουλιμικά
οι μυλόπετρες γλώσσες
που αλέθουν τη ζωή μου
Τί είπα, τι έκανα….
Φταίει και που δεν αφήνω
τα φώτα τα φαντασμαγορικά
να με θαμπώνουν…
Φτηνά στολίδια, δέντρα απομιμήσεις,
τόσα μπιχλιμπίδια για να ντύσουν
μια χαρά προσποιητή
πόσο ψέμα φανταχτερό ξοδεύεται
να κρύψει την αλήθεια
βουτηγμένο σε σιρόπια και ζάχαρες
μα ανίκανο να σκεπάσει την πίκρα της…

ΑΘΉΝΑ 11/12/2016

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΣΩΤΉΡΗΣ

Αναδουλειά και αφραγκιά
τα πόδια του μολύβι
τον πήγανε στο μαγαζί
παράγγειλε ένα κρασί
και το ‘πιε ξεροσφύρι
Τα μάτια στο ποτήρι
τα σφήνωσε και μείναν ‘κεί
να σκέφτεται «μπατίρη
πως σε κατάντησε η ζωή»
τα χέρια στο σαγόνι
κρατάνε το κεφάλι του
που πέφτει από τη ζάλη του
μέσα ο καημός τον λειώνει
σ’ άλλο κρασί τον σπρώχνει
Τον μαγαζάτορα καλεί
το δίφραγκο του δείχνει
και με τα μάτια τον ρωτά
«αυτά τα μόνα μου λεφτά
ακόμη ένα αν μπορείς
αν έχεις καλοσύνη»
κι αυτός το ίδιο σιωπηλά
ένα κατρούτσο του γιομά
πιάνει και ένα ποτήρι
και την καρέκλα του σιμά
φέρνει... μην είναι μόνος στο σεβντά
και το κεφάλι του ακουμπά
σ’ εκείνο του Σωτήρη
να μην τον παρασύρει
το κλάμα του που είναι βουβό
για τον δικό του τον καημό
Και πέρασαν ώρα πολλή
αμίλητοι οι δυό μαζί
ο κάπελας κάποια στιγμή
σηκώνεται και βάνει
δυό τρεις σαρδέλλες αρμυρές
κι ένα πιατάκι με ελιές
που τις τραβάει το κρασί
και στο παλιό γραμμόφωνο
μια πλάκα πονεμένη
του Μάρκου ένα ντουζένι
« δικό σου ρε Σωτήρη
μη μου χαλάς χατήρι»
Σηκώθηκε σκυφτός αργά
η ζήση του σαν τον χιονιά
μέσα στον ψεύτη τον ντουνιά
να τον χορέψει ζεμπεκιά
ο πόνος του είναι μαχαιριά
πως βαλαντώνουν την καρδιά
τα βάσανά του τα πολλά
Το ένα βήμα του κουτσό
το πόδι στον αέρα
και λίγο παραπέρα
τον πήρε το παράπονο
και το κορμί του γέρνει
πάνω στον ένα του γοφό
χτυπάει το χέρι του στη γη
μέσα της να ‘τανε να μπει
Να ΄ταν τα χέρια του φτερά
να τον σηκώνανε ψηλά
αυτόν που όλο πέφτει
και γλιτωμό δεν έχει…
ΑΘΗΝΑ 3/12/2016

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΜΈΡΑ ΣΑ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΉΡΞΑ

Έχασα μια μέρα
Όχι δεν μου «παράπεσε
ανάμεσα Τρίτη με Τετάρτη»
Πέμπτη ήταν
Εγώ την θυσίασα
μ’ όλη την ένταση που έκρυψα
σ’ εκείνο το πικρό γέλιο
- Αύριο πρωί εεεε;
- Τί ώρα;
- Εεεε... να ‘ρθουνε πρώτα οι γύφτοι…
να τροχίσουν τα μαχαίρια…
κι έφυγε.. κι έμεινα μόνος εκείνη
την νύχτα της παραμονής
κι όλο περπατούσα
πέρα δώθε τον διάδρομο
και ξάπλωνα και σηκωνόμουνα
και περπατούσα
πέρα δώθε το διάδρομο…
Με πήραν γυμνό και βουτηγμένο
στο μπεταντίν και την απόγνωση
κι αν δεν;… κι αν όχι;
Γνώριμη η φωνή σχεδόν ακούμπησε το μούτρο μου
«με γνωρίζεις;» …
Χαμογέλασα «οι γύφτοι έκαναν καλή δουλειά»
και βυθίστηκα πάλι
Ώρες μου φάνηκε μετά
όλα θαμπά, άσπρα και ούτε ένα σημάδι
για την ώρα, τον τόπο
μόνο λάμπες σωλήνες και όργανα
και έντονη μυρωδιά από φάρμακα και γάζες
Έχασα εκείνη τη μέρα
Με τη θέλησή μου, όπως είπα
Όμως μου λείπει
μετρώ τις μέρες μου και μου λείπει
Μόνο η ουλή στο στήθος την προδίδει
Την ουλή στην ψυχή έμαθα να την κρύβω
Γελάω.. Σαν να μην συνέβη τίποτα
Σαν να ήμουν εδώ, συνειδητά ζωντανός
εκείνη την Πέμπτη …
ΑΘΗΝΑ 5/12/2016

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΣΤΑΥΡΟΥ ΠΑΣΠΑΡΑΚΗ

«Ήταν Χριστούγεννα του '68 ή του '69 που κατεβαίνοντας από τη Θεσσαλονίκη το πρώτο που ήθελα να κάνω ήταν να πάω να ακούσω τον Νίκο τον Ξυλούρη.
Ανηφορίζοντας την οδό Νίκης προς την πλάκα, δίπλα μου περπατούσε ένας νέος , όμορφος άντρας με μούσι. " μήπως ξέρετε πως μπορώ να πάω στην μπουάτ " ΛΗΔΡΑ"; ρώτησα... " Κι εγώ εκεί πάω " μου απάντησε απλά " έλα μαζί μου "...Φτάσαμε, χαιρέτησε, με έπιασε από το χέρι και μπήκαμε μέσα..Κάτι είπε σ' ένα γκαρσόνι. " Έλα"...κατεβήκαμε μια στενή σκάλα. Ένας καναπές στη μια άκρη καθισμένος ο Νίκος στην άλλη , αν θυμάμαι καλά, ο Μανιουδάκης, όρθιοι ο Μαρκόπουλος, ο Τάσος ο Διακογιώργης ( σαντούρι, καμπάνες, ξυλόφωνο), ο μικρός αδερφός του Νίκου ο Γιάννης, ο ξάδερφος ο Ζαχάρης ο Φασουλάς, ο άλλος ανωγειανός ο Στέλιος ο Αεράκης, η Μέμη η Σπυράτου, ο Θέμης ο Ανδρεάδης και άλλοι...Μου τους σύστησε έναν έναν...Έμεινα αποσβολωμένος να κοιτάζω τον Νίκο...Ψηλός, λυγερόκορμος, με λαφίσιο παράστημα, πρασινογάλαζα μάτια και πλούσια μακριά μαύρα μαλλιά. " Κουμπάρε, ο φίλος μας ο Θοδωρής " ...Μου χαμογέλασε ζεστά...Κι εγώ, όλο θαυμασμό..." Εσύ;" ρώτησα..." Εγώ είμαι ο Σταύρος ο Πασπαράκης"....Τα έχασα....Ζωγράφος, αγιογράφος και ερασιτέχνης τραγουδιστής, με μια φωνή που είχε από μόνη της ένα σπαρακτικό ράγισμα, τον ήξερα, τον είχα ακούσει στο δίσκο του Γιάννη " Ήλιος ο πρώτος" με την Μαρία τη Δημητριάδη και τον Γιάννη τον Φέρτη στις απαγγελίες...Ανεβήκαμε επάνω κάτι είπε ξανά στο γκαρσόνι ο Σταύρος κι έφυγε...Το γκαρσόνι με πήρε και με ανέβασε στον εξώστη σε μια θέση που έβλεπα πανοραμικά την ορχήστρα και που έμελλε να γίνει το στασίδι μου για τις επόμενες δεκαπέντε μέρες, δυό παραστάσεις κάθε βράδυ...»
Αυτά έγραφα, ανάμεσα σ’ άλλα, στις οκτώ Φλεβάρη του δύο χιλιάδες δέκα τρία, ακριβώς τριάντα τρία χρόνια μετά το φευγιό του Νίκου Ξυλούρη. Σχεδόν ένα χρόνο μετά, εκεί κάπου τέσσερις με πέντε Δεκέβρη του δύο χλιάδες δέκα τέσσερα, μπαίνοντας στην ιστοσελίδα μου και σε τούτο το κείμενό μου είδα ένα σχόλιο… «Χαιρετισμούς καρδιάς Πασπαράκης Σταύρος τηλ. επικοινωνίας 6956001648» Η καρδιά μου πετάρισε. Όλος χαρά έτρεξα και έπιασα στα χέρια το τηλέφωνο. Δεν ξέρω τι με σταμάτησε και γύρισα πίσω, «πάτησα» στο όνομά του και βγήκα στη δική του σελίδα… Τελευταία ανάρτηση το φύλλο της εφημερίδας «ΡΕΘΕΜΝΟΣ» … διάβασα …
«Έφυγε ένας σπουδαίος, όσο και ταλαιπωρημένος, καλλιτέχνης
Τετάρτη 03rd, Δεκέμβριος 2014 / 17:33
Την τελευταία του πνοή άφησε σήμερα ο Σταύρος Πασπαράκης. Ο 74χρονος καλλιτέχνης που «άφησε εποχή» στα τραγούδια με τον Μαρκόπουλο και με τη ζωγραφική του¨, δεν υπάρχει πια. Ο ίδιος ταλαιπωρημένος το τελευταίο διάστημα από τον καρκίνο δεν άντεξε… Έφυγε για το μεγάλο ταξίδι αφήνοντας πίσω τη σύζυγό του και τις δύο μονάκριβες κόρες του.
Ο Σταύρος Πασπαράκης γεννήθηκε στον Πειραιά από γονείς Κρητικούς. Ο πατέρας του ήταν από ένα χωριό του Ρεθύμνου, η μητέρα του από την Επισκοπή Ηρακλείου, αλλά δεν τη γνώρισε ποτέ αφού μωρό ήταν ο ίδιος όταν πέθανε. Τον μεγάλωσε η θεία του.
Εκεί στον Πειραιά και την Αθήνα έκανε τα πρώτα του βήματα στη μουσική και τη ζωγραφική. Τον ανακάλυψε ο Μαρκόπουλος και έκαναν μαζί τον «ήλιο τον πρώτο» τον οποίο και τραγούδησαν μαζί με τη Δημητριάδη. Έκανε κι άλλες μεγάλες επιτυχίες με τον Μαρκόπουλο, τον Κουνάδη, τον Καπλάνη.»
Πάγωσα…
Αχ ρε Σταύρο, σήμερα θέλω να τιμήσω την μνήμη σου, να θυμηθώ εσένα και τα τραγούδια σου, εσένα και τις ζωγραφιές σου, τις αγιογραφίες σου, τα ποιήματά σου… Με πίκρα για τον καφέ που δεν ήπιαμε τις αθιβολές για τότε που δε βρεθήκαμε να ζωντανέψουμε …ας είσαι καλά εκεί πάνω ψηλά που είσαι, αστέρι βραχνό που ραγίζει καρδιές, όπως ραγισμένες ήταν η φωνή και η ψυχή σου…. Και να τραγουδάς « ω παιδιά που με νοιώθετε πατριωτάκια του ήλιου», ή «δεν ξέρω πια τη νύχτα φλογερή ανωνυμία θανάτου»..