Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

ΝΈΜΕΣΙΣ

-Ήσασταν παρών στο συμβάν μάρτυς;
-Μάλιστα κύριε Πρόεδρε
-Πείτε μας λοιπόν τι γνωρίζετε…
Ο Γιάννης , ήρεμος και γαλήνιος, καθισμένος στο εδώλιο κατηγορούμενος για φόνο, παρακολουθούσε πότε τα όσα κατέθεταν οι μάρτυρες , πότε άφηνε το νου του να χάνεται σε εκείνα τα γεγονότα και πότε στα άλλα τα πιο μακρινά της δολοφονίας του παιδιού του. Με την εξέταση των δύο αστυνομικών, που ήσαν παρόντες στο δικαστήριο τότε τον Δεκέβρη του 1988 ολοκληρώθηκε η διαδικασία και ήρθε η ώρα της απολογίας του Γιάννη
Μετά τα τυπικά, τα εγέρθητι και πλησίασε,
-Κατηγορούμενε σε ακούμε… τι έχεις να πεις;
-Τίποτα κύριε Πρόεδρε … Εγώ δίκασα το φονιά του γιού μου… Λευτερώθηκα και αλάφρωσα… Η σειρά σας τώρα…
-Μετανοήσατε για την πράξη σας;
Ο Γιάννης ωμά και σταράτα ξανά απαντά
- Όχι κύριε Πρόεδρε… και εδώ τώρα να ζωντάνευε πάλι θα τον σκότωνα… και εκατό φορές να ζωντανέψει εκατό φορές θα τον σκοτώσω…
-Έχετε κάτι άλλο να προσθέσετε;
-Όχι κύριε Πρόεδρε
- Καλά καθίστε…
Κάθισε και περιμένοντας, φρουρούμενος πάντα, μέχρι να συσκεφτούν οι δικαστές και να βγάλουν απόφαση αναθίβανε τα πιο μακρινά γεγονότα του '83, τότε που ο άλλος Γιάννης, ο φονιάς- γιατί τον εαυτό του ποτέ δεν τον συλλογίστηκε σαν φονιά, μόνο σαν πατέρα που τον έπνιγε ο πόνος και η οργή για εκδίκηση, επειδή το αίμα μόνο με αίμα ξεπλένεται και ησυχάζει– παρέσυρε τον Μανώλη του μπαμπέσικα στο πατάρι της καφετέριας και τον πυροβόλησε εξ επαφής σκοτώνοντάς τον… Για μια γυναίκα είπαν… που ο τριανταεννιάχρονος φονιάς την ήθελε και που ο Μανώλης του την συμβούλευσε να κρατηθεί μακριά του… Ο φονιάς, λένε και αυτό προέκυψε και από τις ανακρίσεις, τηλεφώνησε στον Μανώλη... «αν σε ξαναδώ μαζί της θα σε σπάσω στο ξύλο» … « έρχομαι τώρα» λένε πως απάντησε ο Μανώλης και με το μηχανάκι του κατέφτασε στην καφετέρια που ήξερε πως συχνάζει ο άλλος… Τότε ο φονιάς άρχισε να υποχωρεί προς το βάθος του μαγαζιού και ο Μανώλης τον ακολούθησε.. άρχισε να ανεβαίνει την σκάλα προς το πατάρι, από κοντά και ο Μανώλης… Φτάνοντας επάνω έβγαλε πιστόλι και πυροβόλησε από μικρή απόσταση και ο Μανώλης του έπεφτε νεκρός στα εικοσιεφτά του χρόνια…
Ο φονιάς δικάστηκε πρωτόδικα σε ισόβια… Όμως η ανταριασμένη ψυχή του πατέρα αναπαημό δεν έβρισκε… Πέντε χρόνια περίμενε και όταν ήρθε η ώρα της εκδίκασης της έφεσης, μακριά από το νησί, στον Πειραιά πήρε και αυτός το καράβι και ανέβηκε…. Τούτα τα πέντε χρόνια, από την μέρα που ‘φαγε ο άλλος το παιδί του, ξουράφι στο πρόσωπό του δεν έβαλε… Μια μακριά παπαδίστικη γενειάδα ως κάτω, σημάδι αιώνιου πένθους, για όσο θα ζει… και πέρα από το θάνατο..
Όλα τούτα τα χρόνια μια ιστορία ερχόταν και ξαναρχόταν στην σκέψη του και όλο την μελετούσε.. Η ιστορία της δίκης των δοσίλογων στο Ηράκλειο και ειδικά του Μαγιάση που λέγεται ότι με τις καταδόσεις του είχε στείλει στα εκτελεστικά αποσπάσματα των γερμανών τριακόσιους ενενήντα κρητικούς πατριώτες.. και στον Γιώργη τον Βρέντζο…
Ο αδερφός του Βρέντζου ο Μιχάλης είχε συλληφθεί από τον Μαγιάση πάνω στην Νίδα.. Ο δοσίλογος είχε εκτελέσει με δυο σφαίρες τον ΒρεντζοΜιχάλη επειδή είχε προσφέρει νερό και ψωμί στους αντάρτες που μάχονταν τους γερμανούς… Τότε στην δίκη ο Βρεντζογιώργης, άνθρωπος του χωριού και βοσκός, στις «περιδιαγραμμάτου» περίτεχνες ερωτήσεις δικαστών και δικηγόρων τα χάνει, δεν ξέρει τι να πει κάνει δυο βήματα πίσω βγάνει ένα μαχαίρι και σφάζει μέσα στο δικαστήριο τον φονιά του αδερφού του... Και κάθε φορά που συλλογιόταν τούτη την ιστορία ο Γιάννης ένοιωθε ικανοποίηση ως μέσα στα σωθικά του…
Στην πόρτα του εφετείου οι φρουροί τον έψαξαν… Δεν του βρήκαν τίποτα… άρχισε η δίκη και κάποια στιγμή ο Γιάννης βγήκε έξω… μετά λίγη ώρα επέστρεψε… οι φρουροί τον έψαξαν ξανά… πάλι δεν του βρήκαν τίποτα… Την τρίτη φορά που βγήκε και μπήκε δεν τον έψαξαν… Τότε βγήκε για τέταρτη φορά…. Γύρισε στην αίθουσα βρήκε κάπου και έκατσε… Σε μια στιγμή σηκώνεται και προχωράει αργά προς την έδρα… όταν πλησίασε αρκετά με ένα σάλτο, όμοιο με εκείνο που είχε κάνει στα νιάτα του και είχε αρπάξει το «λούγκερ» από τα χέρια του γερμανού αλεξιπτωτιστή, βρέθηκε πίσω από το φονιά και πριν προλάβουν να αντιδράσουν οι φρουροί άδειασε το λούγκερ στην πλάτη του Βενιαράκη… Λένε πως το θύμα πρόλαβε και είπε «έφαες με μπλιό» …
Οι εφημερίδες που πιο πολύ από την αλήθεια αρέσκονται σε μύθους έγραψαν πως είχε κρύψει τα πιστόλι στην μακριά και πυκνή γενειάδα του… Χρόνια αργότερα ένας δημοσιογράφος τον είχε ρωτήσει αν ήταν αλήθεια… Πικρογέλασε … «Χωράει το λούγκερ στα γένια;» … και όπως κάνουν οι άντρες της κοψιάς του μέχρι που πέθανε δεν είπε… Κάθε που τον ρωτούσαν « το είχα πάνω μου» έλεγε…
Γύρισαν οι δικαστές «κατηγορούμενε εγέρθητι» και ο Πρόεδρος διάβασε την ετυμηγορία..
Δεκαπέντε χρόνια φυλακή…
Πριν τον πάρουν τον πλησίασε ένας άλλος χαροκαμένος πατέρας γυιού αδικοσκοτωμένου… «Εσύ έκανες το πρεπό… ησύχασες... Εγώ να δω ίντα θα γενώ»..
Σε δεύτερο βαθμό η ποινή μειώθηκε στα πέντε χρόνια που τα εξέτισε και γύρισε στο νησί, όπου και πέθανε στα ογδόντα εφτά του…

ΑΘΉΝΑ  9/9/2017