Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΦΟΡΑ

Καλοκαίρι, Σάββατο στον Πύργο ...Ο Γιώργος κι η παρέα του. Μαζί και ο μικρός του αδελφός..Όλοι γύρω στα είκοσι με είκοσι δυό, βία είκοσι πέντε. Ο αδελφός του δεκατέσσερα. Εργατιά. Συνάδελφοι στην πέτρα.Ήταν τότε που ο Αλφειός, κάθε χρόνο ξαφάνιζε κάτω απ' τα νερά του τα ποτιστικά χωράφια και το κράτος είχε αποφασίσει να γίνουν αντιπλημμυρικά. Εκεί στα αντιπλημμυρικά και στα λιμνάζοντα νερά έβρισκαν μεροκάματα τα λιμνάζοντα νιάτα.....Θα ήταν γύρω στις έντεκα το πρωί που οι μεγάλοι αποφάσισαν να πάνε. Ο Γιώργος πήρε μαζί του και τον μικρό. Δυό ταξί. 'Φτάσαν. Μισή ώρα δρόμος. Αν και τίποτα δεν είπαν , ήξεραν που πήγαιναν. Μάλλον ήξεραν γιατί πήγαν. Το πού το βρήκαν ρωτώντας ..." Ξέρεις φίλε, κανά σπίτι έτσι κι έτσι...."
Ήταν ένα χαμόσπιτο σε απόμερο δρόμο στην άλλη άκρη της πόλης. Ξαναρώτησαν με το κεφάλι σκυφτό. Πρόθυμος ο άλλος τους κατατόπισε. Σιγουρεύτηκαν. Κάποιος πιο θαραλλέος με την προτροπή και παρότρυνση των λοιπών έπιασε το πόμολο. Κατά το έθιμον, η φιλόξενη πόρτα ξεκλείδωτη. Έτριξε, υποχώρησε. ..Περάστε.. ακούστηκε μια φωνή...Η "φωνή" έγειρε το σώμα στο πλάι, είδε το τσούρμο..Χαμογέλασε ευτυχισμένη...Τόση πέτρα , τόσος ιδρώτας έτοιμος να πέσει στα πόδια της. Ανάμεσα στα πόδια της. "Ένας ένας" ..Πέρασε ο πρώτος. Τί πέρασε ήταν ήδη μέσα....Δέκα λεπτά; ίσως λίγο πάνω , βγήκε...Καλά; καλά...Καλή; ...καλή..Πόσο ; τόσο...Δεν χρειάστηκαν άλλες ερωτήσεις για μια από πριν ειλημμένη απόφαση. Ένας μετά τον άλλο η εργατιά της πέτρας πέρασε και βγήκε...Με την κρυφή ικανοποίηση και τη σκιά που δεν κρύβεται....Πέρασαν και μιάμισυ δυό ώρες..Αμίλητοι...Θλίψη,ντροπή , τύψεις...Μάλλον συνενοχή.
Ετοιμάστηκαν να φύγουν. Δεν είχαν προλάβει να κάνουν το πρώτο βήμα και ένας είπε.." Ο μικρός;". Σταμάτησαν. Ρώτησαν με τα μάτια. Ο άλλος ψιθύρισε. Εβγαλε από την τσέπη του κάτι κέρματα.Πρότεινε τη χούφτα του και στους άλλους. Έριξε ο δεύτερος , ο τρίτος, κανά δυό αναποφάσιστοι γύρισαν κοίταξαν τον μικρό. Πείστηκαν. Ο έρανος ολοκληρώθηκε. Κάποιος χτύπησε την πόρτα. Συνεννοήθηκε, γύρισε στο μικρό. - Έλα. Ο μικρός έσκυψε το κεφάλι και υπάκουσε. Ποτέ δεν μπόρεσε να πει με σιγουριά,αν πήγε από επιθυμία ή επειδή φοβήθηκε την κοροϊδία από τους μεγαλύτερους.
Μπήκε με λυμένα γόνατα και σφιγμένη καρδιά. Η "φωνή" καθισμένη πανω από μια πλαστική λεκάνη, έπλενε το "σημείο". Εκεί που πριν είχαν στάξει " τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας". Πολλα χρόνια αργότερα ο μικρός έμαθε πως η πλύση ήτανε αντισηπτική, απολυμαντική με υπερμαγγανικό κάλλιο. Τώρα, μόνο υπέθεσε το "σημείο". Δεν προλαβε να υποθέσει τίποτα άλλο. Η γυναίκα μια όμορφη ψηλή ξανθειά με πλούσιο στήθος σηκώθηκε και βάδισε προς το μέρος του. Με κίνηση που δεν σήκωνε αντίρρηση, έσπρωξε τον μικρο στο κρεββάτι. Ξάπλωσε δίπλα του. Τον σήκωσε και τον έβαλε ανάμεσα στα πόδια της. Δυνατή γυναίκα που είχε καταργήσει όλα τα περιττά.Ποιά περιττά δηλαδή..Ο μικρός δεν ήξερε τα απαραίτητα. Πότε μπηκε πότε βγήκε ούτε που το κατάλαβε. ούτε πότε μετά το "ντύσου" βρέθηκε στην πόρτα. Ξαλαφρωμένος και λυτρωμένος. Οι άλλοι, βαριεστημένοι από την καθυστέρηση της αναχώρησης αμίλητοι κίνησαν, χωρίς να τον ρωτήσουν.
Το βράδυ στα καφενεία του χωριού ο μικρός δεν πήγε. Όπου κι αν κοίταζε, τον κοίταζαν νόμιζε. Και ντρεπότανε πολύ...

Αθήνα 10.09.2011

Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ

Απ' τα ανήλια βάθη της

αναρριχώμαι λέξη τη λέξη...

 

Μπλεγμένο το σχοινί...

 

Στα ξέφτια του,

στο σώμα μου

χρησμοί,

κι άλλα του λόγου όστρακα...

 

Βαραίνουν...

 

Η γλώσσα μου...

Η μοίρα μου....

 

Αθήνα 28.09.2011

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

Μια Ιωάννα....


Λοξοδρομώντας απ' τα βάσανα
βγήκα στο ξέφωτο των αισθημάτων

Με λαχτάρα λαχτάρες έζησα

Στιγμές λάμψεις
Όσο η στιγμή της αστραπής

Κάθε που  φώτιζαν τη θλίψη
Μια ομορφιά ανέβαινε στο μέρος της καρδιάς

Μια Άνοιξη μελαχροινή κι αγέρωχη
με του κοράκου το φτερό στο φρύδι

Μια Ιωάννα

Τόσα χρόνια

Κι άλλο τόπο δεν βρήκε παρά  με στήθη ορθόπλωρα να πλεύσει
μέσα από τις προσδοκίες των ανδρών
σκορπώντας σμήνη πεθυμιές
αηδόνια πόθους
  καημούς  κελαηδίσματα

Ψηλά στα πόδια λεπτή ρυτίδα  η έξαψη

Χείλια αίματα
κι επάνω τους τα λόγια αποσταμένα...

Αθήνα 19.09.2011




Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Είναι κι εκείνοι οι έρωτες
που ολημερίς περιδιαβαίνουν
γυμνοί και ροδομάγουλοι
μέσα στα ποιήματα

Κανείς δεν με γνωρίζει

Στους δρόμους της αμερημνησίας
ποτέ μου δεν περπάτησα

Μόνο τη φτώχεια διέσχισα

Μες σε βλαστήμιες και καπνούς
και σε θυμό

κι είχε τα δόντια κίτρινα
κι είχε τα δόντια σάπια..



Αθήνα  16.06.2011

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Στους κάμπους των καημών


Στους κάμπους των καημών καλπάζουν όνειρα

Τα μακρυνά..τα σκοτεινά..και τ' άπιαστα

 

Θροϊζουν όρκοι στα κλαδιά και στα παράπονα

Για γυρισμούς...για πίστη...γι' αγάπες που ξεθώριασαν

 

Εδώθε από τη λησμονιά..εκείθε από την πίκρα

 

Μάτια φορούν την προσμονή κατάσαρκα

Κρατούν μαχαίρια και υποσχέσεις

 

Στις άκρες απ' τους στεναγμούς ριγούν οι μνήμες

Χάδια κι απόκρημνες χαρές κι απόκρυφες λαχτάρες

 

Τα λόγια είναι πίδακες κι  αίμα π' αναβλύζει

Ρόδι στο στόμα που σκορπά...κι ανατριχίλα

 

Πόθοι στιλπνοί στα σκοτεινά της θλιψης μονοπάτια

Λιγνοί κι αλαφροπάτητοι ...στάζουνε φως

 

Λεμόνι στη συνείδηση

 

Αθήνα 21.01.2011

Συνάντηση


Ορθή γυμνή στηθόχλωρη με δυο σμαράγδια μάτια
κι ολόδροσο κορμί
έπαιζε αμήχανα με το δεξί της στήθος

Εγώ, με μια λαχτάρα έκδηλη, χωρίς αιδώ χωρίς διακριτικότητα
χαύνος κοιτάζοντας το τρίχωμα του ποθητού αιδοίου
- άμα σε στύση ερχόμενος - τη ρώτησα τ' όνομά της

Τ' όνομά μου...κρύβομαι πίσω του..λέγομαι..
τί σημασία έχει τ' όνομα τώρα..
σκοπός μου είναι να φανερωθώ..

Είναι βαθειά τα σημάδια στο σώμα μου
και παλιό το γενεαλογικό μου δέντρο..

Ο παππούς από τη μάννα μου ήτανε βοσκός
ο άλλος καπετάνιος, γόνος παλιών κουρσάρων, απ' την Πόλη

Ξέρεις, είπε - στον ίδιο χρόνο τιθασεύοντας μια τούφα άτακτα μαλλιά
ξανθά και χρυσαφένια - είχα πολλούς φίλους
πολλούς συντρόφους..τρομάξανε το βάδισμα στα βουνά
τον αντίθετο άνεμο

Στο βαθύ της μνήμης σκοτάδι τώρα πορεύομαι
και πυξίδα μου αλάνθαστη των αρχαίων προγόνων το κρίμα

Και, με τον τρόπο αυτό στιγμάτίζοντας την αρχή της προαιώνιας πορείας,
μοιραμένος μου δρόμος, συνέχισε, οι κορφές των βουνών..
των κυμάτων οι ανάβρασες

Στο σημειο αυτό έπεσε μια σιωπή ατελεύτητη
σημάδι επερχόμενης συμφοράς

και μακριά ακούστηκε η αδυσώπητη φωνή του Πεπρωμένου

Παρευθύς κι οι δυό υπακούσαμε

Θεσσαλονίκη
κολλέγιο ΑΝΑΤΟΛΙΑ 1972




ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ (1)

Α' ΑΝΑΜΟΝΗ

Με το βλέμμα κατά την Ανατολή  ώρα πολλή  αφημένο
προσμέναμε το μουντό των βουνών
-πρωί στα μάτια του νερού-
με τα χέρια απλωμένα μπροστά και την αγωνία στα δάχτυλα να τρέμει
καθώς η φωνή τ' απελπισμένου

Ώσπου τρέξαν τα δάκρυα και τα μάγουλα πήρανε να καίνε

Με τ' αυτί στο χορτάρι τον ήλιο ποθούσαμε
Ήλιο κανένα να δούμε ή ν' ακούσουμε βολετό δεν εστάθη
Μιας που η πρωτη μας όραση άδειασε και τα μάτια μας ξένα

Τί μόνο - κατά πως διδάσκουν οι παλιοί που ξέρουν να 'ξηγούν τα σημεία
και στη πλάτη τ' αρνιού να διαβάζουνε τα μελλούμενα -
'κείνοι που 'ναι αγνοί στην καρδιά κι έχουν την ψυχή ακατέργαστη
και παρθένο έχουν μείνει κι αμόλυντοι
'κείνοι μόνο μπορούν καταπρόσωπο να κοιτάζουν το φώς π' από μας ξεμακραίνει

Λόγω π' ακατέργαστα τα σπλάχνα τους και σπιθίζουν
και μπορετό  'ναι ν' ανάψουν κατά πως ανάφτουν
στις εννιά το πρωί οι παπαρούνες και τα χέρσα λιβάδια φλογίζουν

Σκουλίκια τα σπλάχνα μας φάγανε
εμάς που τις χίλιες φωνές δοκιμάσαμε και τη σκέψη μας σαρακώσαν

Τη στερνή κραυγή μας σε λίμνη γκρεμίσαμε που τα νερά ταραχτήκαν
και σπασμένα φανήκανε ν' αρμενίζουνε χώρια
κομμάτια της πρώτης μορφής μας

Το τραχύ σκοτάδι θελήσαμε και τα χείλη συνήθισαν που η λαμψη τα θάμπωνε
Μ' άλλα φώτα την Παρθένα του βλέμματος να πλανέψουμε θέλαμε
μα ' στάθη ακατόρθωτο

Κι όσο η αγωνία μας το χώμα ποτίζει
με κεφάλια γερτά να προβάλλουνε νοιώθουμε μενεξέδες θλιμμένοι

και τα βράχια ξεραίνονται δίχως στάλα αίμα να στάζει στα νερά

Κόκκινο. πράσινο ή αλλοιώτικο δεν έχει σημασία
Σημασία έχει που τα βράχια πεθαίνουν
και που οι σκιές ανηφορίζουν το πρωί
χωρίς μια παλάμη να δίνει βοήθεια απλωμένη μπροστά
χωρίς τα κόκκαλα να τρίζουν μιαίνοντας την άπειρη στιγμή
Τί κόκκαλα δεν έχουν οι σκιές οι βρυκολακιασμένες

Σιωπηρά ακούμε της άμμου το έρημο τερέτισμα
θριμματισμένοι και αδαείς
................................................................
Κι είναι όταν ο ήλιος προβαίνει

Θεσσαλονίκη, Κολλέγιο ΑΝΑΤΟΛΙΑ
1970



ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ (2)

 Β' ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ

Η ωραία κυρία Αιμιλία έχει καιρό που απ' το δειλινό ως αργά τη  νύχτα
περιμένει να φανεί κάτι βαθειά στα μάτια της κρυμμένο

Ωραία μου κυρία

Το βράδυ που ξενυχτάς μες τον καθρέφτη
λαχταρώντας κάτι παλιό δικό σου και δοσμένο
Το βράδυ που συλλογιέσαι το βράδυ, τ' όνομα, τον τρόπο
Το βράδυ που μια φωνή  μακριά σου  και κοντά σου προστάζει

- προστάζει ή παρακακαλεί; -

κάτι, κάτι, κάτι άλλο, κατι τέλος παντων.. κάτι άλλο να βρεθεί

Το βράδυ που δεν ήταν μόνο βράδυ
κια δεν ήταν μόνο όνομα και τρόπος

Και δεν σου δίνει πιά ήχο νερού ή λαμψης

Ωραία μου κυρία έγινε ανυπόστατο

Χέρια σαν τα φτερά μεσ' στον καθρέφτη
κάτι από τη μυρωδιά του όστρακου στην άμμο


Θεσσαλονίκη, Κολλέγιο ΑΝΑΤΟΛΙΑ
1970

ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ (3)

Γ '  ΠΟΡΕΙΑ  Ή ΠΡΟΤΡΕΠΤΙΚΟΝ

Απελάτες σκουταροφόροι μεσ' στα σκοτεινά
απ' ανεχάραγο της  μνήμης μονοπάτι μας οδηγούν

Να περιμένουμε μας κούρασε πολύ

Τον ανθρώπινο πόνο έχοντας κάνει συνοδοιπόρο
- στην άμμο του μεσημεριού -
κινήσαμε να διασχίσουμε τη Σαχάρα του δικού μας ονείρου.

Μαζί του μοιράζοντας τις ελπίδες και τις νοσταλγίες μας

Φίλοι μας μάς  βλέπουν κι απορούν
Σύντροφοί μας πεσμένοι καταμεσίς του δρόμου αδύναμοι κι ανέλπιδοι
με το βλέμμα χυμένο επάνω μας  καλούν σε βοήθεια

Οι άλλοι σφίγγουμε τις καρδιές μας και προχωρούμε
ρίχνοντας πίσω μας την αρχαία συγκίνηση
πριχού για τα καλά νυχτώσει

Πως πήραμε αυτό το δρόμο κι ότι είναι δύσκολος πολύ το ξέρουμε
και πως για τους  άλλους είμαστε όλοι ξεγραμμένοι το νοιώθουμε κι αυτό

και πως κάτι πρέπει να υπαρχει στην αντίπερα μεριά το συλλογιόμαστε

Κι είναι καιρός πολύς που πεθυμήσαμε τραγούδια ανέμων 
στις φυλλωσιές μια ς γνώριμης ακρογιαλιάς
όπου το γέλιο γάργαρο και καθάριο χυνότανε στη θάλασσα
κι οι ψυχές μας πλημμύριζαν χαρά και Άνοιξη

Κι ο Άδωνις ο πεθαμένος βασιλιάς άλκιμος και παλιγεννημένος
αναδυόταν με τον ήλιο στα μαλλιά λησμονημένο
και τη σκεψη στην άμμο που καυτή   'ματωνε τις ώρες
που το πόδι καταβούλιαζε κάνοντας το βάδσμα δυσκολότερο

Με βάρκα τη λαχτάρα του αδοκίμαστου να βγούμε σε χαρούμενο γιαλό

Γεννιές πολλές απανωτές  μπροστά και πίσω  μας φωνάζουν

Να βγούμε από τον πόνο του κορμιού  μας
 νικώντας τον πόνο του κορμιού μας

Κόβοντας  τα σχοινιά και τις ρίζες των καιρών
σηκώνοντας τα πανιά και τις άγκυρες των βράχων
να ορίσουμε ξανά τη μοίρα μας

Κι αν δε μπορέσουμε, κάτι, κάτι δίχως άλλο θα βρεθεί
κι οι φίλοι μας θα θαυμάσουν του βουνού τη μουντοσύνη΄
Άφοβοι θα ψηλαφήσουν τον Πέτρα χαμαιλέοντα το δαίμονα των θαλασσών

Ελπίδα καμπάνα κρυστάλλινη θα σημάνει τη λύτρωση
Ο Ερμής τις αφρούρητες στιγμες θα φέρει τον ύπνο στους σύντροφούς μας
στις ατέλειωτες νύχτες της βροχής

Αχαλίνωτο το τραγούδι θα κυλήσει στην πλαγιά
κελαρυστά τα  νερά θα ζωντανέψουν στον κατήφορο

Τότε ο ήλιος θα λαμψει την αυγή στων πουλιών τις φτερούγες
Ο καθρέφτης της ωραίας κυρίας Αιμιλίας θα φωτιστεί
κι απ' την άλλη θα δείξει χρόνια πίσω την αρχέγονη ομορφιά

Ο Άδωνις που ήταν σάρκα που ήταν γή και όνειρο
θα ξαναγίνει Θεός και Εραστής και Βλάστηση

Λίγο ακόμα αδελφοί μου
Λιγο ακόμα
Ν' αγγιξουμε τον αντίπερα γιαλό.


Θεσσαλονίκη Κολλέγιο ΑΝΑΤΟΛΙΑ
Μάιος - Ιούνιος 1972

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΚΟΓΧΥΛΙΑ (1)


Α'

 

Ένα γλυκό χαμόγελο καρφωμένο στ' αφρισμένα μαλλιά της θάλασσας

Ένα θαμπό νυχτολούλουδο ακουμπισμένο στον Ορίζοντα

Ένα πορτοκαλί συναίσθημα τα μάτια του Δειλινού

 

Ανάμεσα σ' όλα αυτά ο ήλιος που καίγονταν

στον κόρφο των κόκκινων κοχυλιών

 

Θεσσαλονίκη, Κολλέγιο ΑΝΑΤΟΛΙΑ

Δεκέβρης 1971

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΚΟΧΥΛΙΑ (2)


Β'

 

Ο ήλιος έσταζε μέρα  από τις θυμωνιές της θάλασσας

Τα τριαντάφυλλα χαμογελούσαν στην Αυγή 

π' ανάδυε από τα στητά στήθη των περιβολιών

 

Τα κογχύλια άνοιγαν το στόμα τους στο πρωινό  ξύπνημα τ΄ανέμου

ποτίζοντας ζωή τον Ουρανό

 

Τον Ουρανό που κοιλοπόναγε γαλάζα αστέρια κι ανθισμένα σύννεφα

 

Και μεσ' απ' τα  ράμφη των χελιδονιών νοσταλγικός αντίλαλος

κάρφωνε στα μάτια μας κάποιο χλωμό ηλιοτρόπιο

 

Θεσσαλονίκη, Κολλέγιο ΑΝΑΤΟΛΙΑ

Δεκέβρης 1971


ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΔΩ


Ας μπορούσα να δω της μέρας τ' όνειρο
κρυμμένο στα φύλλα της απελπισιάς

Ας μπορούσα ν' ακολουθήσω τ' ανάλαφρα χνάρια
του φεγγαριού πανω στη χλόη

Ας  μπορούσα ν' ακούσω τη χαρά των χόρτων
καθώς μιλούν στον ήλιο

Ίσως να  'ταν η λύτρωση που γύρευα στην περπλάνηση
που μ' εχει πιά κουράσει

Ίσως να  'ταν τ' όνειρο της ασέληνης νύχτας
στην όψη των χαμομιλιών

που καρό πόθαγα να δω στη χαίτη των κυμάτων

Δεν έχει σημασία

Θα 'ταν, για μένα, η χαραυγή για μια καινούργια Βηθλεέμ

Τίποτα απ' αυτά

Το γκριζωπό κελάδημα των πεύκων
χτυπούσε τα φτερωτά σκοτάδια μ' απογοήτευση

( το τελευταίο μέρος από το ζητήσεις πανω στο ίδιο θέμα)

Θεσσαλονίκη , Κολλέγιο ΑΝΑΤΟΛΙΑ
Φλεβάρης 1971

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ


Τα μάτια μου πληγές…
Χαρές ανείδωτες και προσμονές σκελετωμένες.
Μέσα τους πλανιώνται σκιές… τυμβωρυχώντας
Σε τάφους λήθης και σιωπές.

Τα μάτια μου δυο μενεξέδες.
Μνήμες χινοπωριάτικες
Στιγμές καρβουνιασμένες
Κειμήλιο και παρηγοριά σε πρόσωπο που φλέγεται
Τόσα και τόσα χρόνια
Και τόσο ραγισμένο φως σε ραγισμένες σκέψεις…

Κίτρινα φύλλα..και σκόνης μυρωδιές τα μάτια μου
Άστρα μουντά και λόγχες…
και ηχηρός ανήφορος
Μουρμουρητό πηγής σέρνεται γύρω μου..τ’ ακούω
Καθώς κραυγή που θρυμματίζεται στα βράχια
Καθώς απόγνωση σε βάραθρο που χαίνει..

Ακούνε τη φωνή της πηγής τα μάτια μου..
Κι είναι σα ν’ ακούν τη φωνή της δικής τους ψυχής
Να ψιθυρίζει κρυστάλλινα υδάτινους πόθους..

Ανηφορίζω ερειπωμένα καλντερίμια..
Πουθενά αέρα συλλάβισμα
Τον ατίθασο αφρό των κυμάτων λαχτάρησα
Πουθενά ψίθυρος θάλασσας…
Σε ψηλές κορφές η ζωή μου να φτάσει λαχταρησα…

Αχ ριζικό μου αιμάτινο σε ματωμένα μάτια….

Αθήνα  05.03.2011

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΣΟΥ

Τα λόγια σου μικρά πουλιά
Σπαθίσματα ορθρινά στη νηνεμία.
Φτεροκοπάνε σ’ ευωδιές
Σε θρούμπη και σε ρίγανη


Τα λόγια σου ολάνθιστη πηγή
Μωβ τιτιβίσματα αστεράκια
Αγγίγματα και θρόισμα και φως
Και γλυκασμοί ερώτων

Τα λόγια σου σπιθίσματα
Και τσακμακίζουν τη στιγμή
Π’ ανάβουνε στα χείλη σου.
Ζεστά σταλάζουν στην καρδιά μου

Τα λόγια σου είναι λαμνοκόποι
Που με πηγαίνουν στη χαρά
Καθώς κρασί στην ευφροσύνη

Τα λόγια σου μωρά
Αυγή μου και χαμόγελο.

06.03.2011


ΑΣΚΗΣΗ ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΛΥΡΙΣΜΟΥ


Τα γλυκά της τα χέρια απ’ αφρό και από γιούσουρι
Από σμάλτο και φίλντισι τα γυμνά της τα πόδια
Από γήλιο κι απ΄ άχυρο το ξανθό στα μαλλιά της
Πίδακες άσπιλους υψώνει το γέλιο της
Της δροσιάς το στιλπνό και το διάφανο

Τα μάτια της δυό πράσινοι κάμποι την Άνοιξη
Μέσα τους χαρούμενες μέλισσες βομβούν και μαζεύουν τη γύρη
Πεταλούδες ανάλαφρες πεταρίζουν ανάλαφρα σαν κορίτσια
Και μ’ αστέρια και νάρκισσους το ολόφωτο πλέκουνε
Που της πρέπει στεφάνι

Παπαρούνες σεμνές σκύβουνε ντροπαλά το κεφάλι

Χελιδόνια μικρά τιτβίζουν στα στήθη της
Και δειλά πιπιλίζουν των βυζιών της τις ρώγες.

Ένα πέλαγο ξάγναντο η ματιά της στο μέλλον
Τρυφερή σαν τραγούδι
M’ ένα καράβι στ’ ανοιχτά που πλέχει
Κι είν’ μαζεμένα τα πανιά του σε περίσκεψη
Κι είν΄συναγμένοι οι ναυτικοί του στην κουβέρτα

Αθήνα , Φθινόπωρo 1977

Έρωτας που δε ξεφανερώθη..


Από παιδί χανόμουνα σε εκτενή λογής λογής διαβάσματα
Πλανήθηκα χρόνους πολλούς στο ποίημα και στο διήγημα

Σ’ ακρίτες, ξένους , έρωτες και πάθη

Εκεί ,ανάμεσα σε φυλλωσιές από φιλιά και πόθους
Κρυφοκοιτώ   - κρυφή λαχτάρα   -
Την κόρη του μπακάλη μη και δω
Να λέει, σαν τότε,  «ακούμπησα κάτι στη σερβάντα»!

Ντράπηκα δεν κατάλαβα και ποιόνε να ρωτήσω…
‘Στάθη δεξιά η δειλία μου,  ζερβά η λογική μου

Στην ίδια τάξη   ήμασταν...κι εγώ ερωτευμένος

Ποτέ μας δεν εμάθαμε…
Εγώ ή σερβάντα τι ήτανε κι αυτή τον έρωτά μου…

Κι  αλλάξανε πολλοί καιροί …

Ήτανε πένθιμη η στιγμή όταν την ματαείδα
Στο δρόμο από το κοιμητήρι  ο έρωτας μου κούτσενε…
Βάδιζε δύσκολα  σέρνοντας το δεξί του πόδι…

...και πάλι δεν ερώτησα....

Αθήνα  28.06.2011

ΠΡΟΣΕΥΧΗ


Γονυπετής
κι η Ομορφιά μπροστά μου

Εύπιστος κι ευπειθής
στα θαύματα 
προσμένω

Να με καταδεχτεί ένα φιλί

Ένα δάκρυ

Αθήνα 16.07.2011

ΜΟΝΟΛΟΓΗΜΑΤΑ


Ζωή

Λαχτάρα

λαχτάρες

 

Ανακωχή

Μυριάδες όνειρα

με επιδέσμους

 

Χρόνια

Ίσκιοι πουλιών

πετάγματα

 

Στήθος

Χλοϊζουν  πόθοι

 

Επιθυμία

Το πρόσωπό της

τόσα πρόσωπα

 

Ηδονή

Αθώο άνθος

 

Φως

 

Με δυναστεύουν

 

μια αρμαθιά χαμόγελα

 

Αθήνα  18.07.2011


ΚΟΡΗ


Κόρη
θετή της Ιστορίας
Βυθίζεται το βλέμμα μου
Στο βλέμμα σου
Και χάνομαι στις γειτονιές
Των φιλοσόφων

Σε συντροφιές παράταιρες
-Πλάι στον  Πλάτωνα ο Πλανκ-
Ρέει  απ’ το στόμα σου ο Γοργίας
Κι ο Δημήτρης
οδηγητής και πλαστουργός σου

Πως τρεμουλιάζει η συγκίνηση
τα χείλη σου
Ψυχή συνεπαρμένη

Κόρη
 Ρόδι της γλώσσας μου
Νιόκοπα λόγια
Συχνά πυκνά ξαφνιάσματα
αστραφτογεννημένα

Μέσα σ’ αντιφεγγίσματα
Ποίημα το ποίημα λάμνοντας
Προβαίνεις
 Ελένη και Σειρήνα
Το αρχαίο κάλλος υμνώντας

Κόρη
των λογισμών μου
Στήθια και ρώγες
ρόδα νηπενθή
Ξόρκια της θλίψης μου

Σας εμπιστεύθηκα

Κοντά σας έμαθα
Να ιχνηλατώ τη νοσταλγία

Κάθε ομορφιά απαραίτητη

Αθήνα 19.07.2011

"ΜΑΡΙΝΑ"


Ξεψύχησαν στα χείλη σου

 μια ρόγα  σταφυλιού

κι ένα φιλί που με συκοφαντούσαν

 

Ω! σκοτεινό ανατρίχιασμα

κρυφής  πληγής ανάμεσα στα πόδια

 

Άξαφνο άγγιγμα

Υγρή λαχτάρα ανεπιτήδευτη

 

Ω! της αγάπης ρίγος γυμνό

 

Αναμάρτητο  χτυποκάρδι μου

Μη γίνεις γεύση λησμονιάς..

 

Αθήνα 21.07.2011


ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΑΔΗΦΑΓΟΣ


Νύχτα

φεγγάρι ολόγιομο

κάθε που στο φαράγγι

βαδίζαν οι απελεύθεροι

 

Τι είχαν πολύ πληθύνει

 

Κανείς ποτέ στη Σπάρτη 

δεν εγύρισε

 

Κανείς ποτέ 

απάντηση δεν πήρε 

κι αν ερώτησε

 

"Τσ' έφαγε το φεγγάρι"

λέγανε...

 

Το λένε ακόμα........

 

Λάκκοι Κυδωνίας 16.08.2011

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΑΝΟΥ


Σαρανταένα απόβραδο και Μάης
Που ο Στελιανός με τον Κωστή γυρίσαν….

Τους ώμους τους τουφέκια  λάφυρα
 Απ’ τον οχτρό  βαραίνουν
Τους ώμους τους βαραίνει το γραμμένο…

Πως καμαρώνει η Στυλιανούδαινα
-Άντρα και γυιό αντρειωμένο-
Ανύποπτη την αυριανή της πίκρα
Η βαριόμοιρη…

Τ’ άλλο πρωί κινήσανε χωστά και χώρια
Ο Στελιανός  έθαψε το τουφέκι
Πίσω γύρισε…

Από γκρεμνά και μονοπάτια δύσβατα
Πήρε ν’ ανηφορίζει ο  Κωστής στα δεκαοχτώ του..
 για την κορυφή, για του Καλλέργη….

Γερμανικό τουφέκι  κρέμεται στον ώμο του
Παίνιο και καταδίκη του…

Μαύρο φαρί το μαύρο ριζικό του
Στη σέλλα του τον κάθισε
Μαύρα λιθάρια τα που πατεί και πάει….
Μαύρο πουλί ο θάνατός του την χέρα τού  κρατεί

Σαρανταένα , Σεπτέμβρης και πανσέληνος
Κι οι άλλοι   που πάντα τους το θάνατο σχεδιάζουν
ως τη μικρή του λεπτομέρεια
Κείνη τη νύχτα  ορίσαν την εξόρμηση  στα πάνω μέρη..

 Κείνη τη νύχτα ο Κωστής του Στελιανού
 εκεί στον κούμο του Καλλέργη
Μόνος και ξέγνοιος κείτεται..

Με το αποδιαφώτισμα  εφτάσαν και τον ζώσαν

Μ’ άγριες φωνές και με τις λόγχες μπήκαν…
Στον τοίχο το τουφέκι ακουμπισμένο ….

Πως γέμισαν τα μάτια τους με κάμες..
Πως έκοψαν στη  μέση τ’ όνειρο

Κέντησαν άστρα στο κορμί του
Κλάμα πνιχτό και ξέπνοο αίμα ρόδι
Τρόμος που βάφει τις κορφές  και κόκκινη  τη νύχτα

Φτενό αεράκι φύσηξε μουρμουρητό
Που πήρε γύρω  τα βουνά το Βολακιά το Γκίγκιλο
Μαύρα πουλιά μαύρα μαντάτα στους συντρόφους…

Πικρά φτερούγισαν και φύγαν  κατά της Στυλιανούδαινας

Ο λόγος δεν απόσωσε κι εστάθη αμίλητη κι αδάκρυτη
Η μάννα πόνος ξέπλεκος ανέσπα τα μαλλιά της……

Λάκκοι Κυδωνίας 21.08.2011

ΚΟΥΤΡΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ


Μακρυά όσο της βγόριζε ξάνοιγε τον τόπο...
Κι ως τον είδε, πρόβαλε το μαστραπά κρατώντας....
Να πιει ο Γιάννης της...να πλύνει πασπάλους κι αίματα.......
Καθίσανε ένα γύρω στο σοφρά..να πάρει μια μπουκιά ..να ξαποστάσει
Να δεί και τα κοπέλια του....ποιός ξέρει αν τα ξανάβλεπε...
Εκεί ακούμπησε τα δυό του δαχτυλίδια...σαν αποφάγαν τ' αναζήτηξε...άφαντα..
Κοίταξε άγρια τα κοπέλια..ζάρωσαν... τις κοπελιές, μα ευθύς χαμήλωσε τα μάτια
Δεν τα πήραν....
Και ξάφνου να τα πάλι εκεί απανω στο σοφρά κι εφτά ζευγάρια μάτια δεν τα θώρουν....
"Κακό σημάδι" έβαλε με το νού τζη η Χαρίκλεια - να βλέπεσαι ψιθύρισε
Κι ο άντρας της, μονάχα μια στιγμή, αντίσκοψε το βήμα
Πριν δρασκελίσει το κατώφλι..
- σύντεκνε Γιάννη πόριξε...γαέρνουμε..κι ευτύς αναρριχήθη το φιλότιμο..
Κιοτής αυτός που δεν εκιότεψε ποτέ του..
Αυτός που στα δεκάξι του ευρέθη να πολεμά πλάι στο Μίκη Ζέζα....
- Α δε γαϊρω......και δεν γύρισε
Απόγιομα που ρίχτηκαν ακόμη μια φορά στη μάχη
Μπουλούκι άτακτοι κι οι Γερμανοί απ' την άλλη...
Γιουρούντιξαν με λίγα απού βαστούσαν λιανοντούφεκα
και με τη λεβεντιά τους
Μπαρουτοβάρελο τα στήθεια τους, θυμός η αναπνιά τους...
"Ίντα γυρεύγετε επαγέ...εδώ είναι ο τόπος τ' αγριμιού"
Τους πήραν κυνηγώντας ως τον ποταμό...
-Σύντεκνε άφησ' τον να γκάψομε...μα δε θωρείς; κι αποθαμένος είναι...
-Σύντεκνε Γιάννη στράφου.... στη μπουμπουλέ...το λόγο δεν απόσωσε ο Σκουλάς
κι ο Γερμανός με όσο μίσος μπόρεσε και σύναξε η ψυχή ,στο ελάχιστο πριν φύγει,
του ξάμωσε στο μπέτη.....
κι η ώρα πέτρωσε..κι έπεσε ο Γιάννης το θεριό...ο Σαραντάπηχος...
κι έπεσε στα πενήντα δυό του..δίπλα στου ποταμού το ρέμα...
Έπεσε και τον τύλιξαν οι μυρωδιές του Μάη...
Σίμωσε κι έθεκε προσκέφαλο τη χέρα του ο Σκουλάς...
Όσο να ξεψυχήσει...
Μαζέψαν τα δαχτυλίδια..το τουφέκι του....πήραν ν' ανηφορίζουν τα ριζώματα
Αμίλητοι, σφιγμένοι, δυό λιγότεροι
Αμίλητοι απιθώσαν τα δαχτυλίδια στο πεζούλι...το τουφέκι
Ο Γιάννης; ρωτήσανε τα μάτια της χαρίκλειας
Ο αφέντης μας; ρωτήσανε τα μάτια τα ορφανά
Σκύψανε τα κεφάλια...κείνη ξέσπασε..
- Μίσεψες Καπετάνιε....και πού μ' άφηκες....
Τίνος αφήκες τα παιδιά.......
- Σώπαινε μπρε γυναίκα... θάρειε κι άκουσε....
Κι εμένα μ' ηύρε ο Χάρος καθώς μου 'στεκε....

Αθήνα 06.09.2011

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

ΘΡΗΝΟΣ


 Πικρά μαντάτα φτάσαν

βαμμένα κόκκινα

Πάνω σε μαύρα λόγια

σκληρά κι ανήλιαγα

 

Ήτανε κούφια η ώρα

και δεν άκουσε

τη σαϊτιά της μοίρας

την άξαφνη

 

Όσα ο νους δε βάνει

κι ο λογισμός

στο χώμα ξαπλωμένα

κομμένα πάρωρα

 

Τα θερισμένα χέρια

χιόνι σκέπασε

χωρίς φτερά τα πόδια

για να χορέψουνε

 

Στ' ακράνυχα της θλίψης

πόνος άφατος

τραγούδια που σαπίσαν

σε χείλη ακίνητα

 

Καρδιά μου που διαβαίνεις

το ποροφάραγγο

Τα μάτια να φωτίσεις

που βασιλέψανε..