Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Ερωτικές ιστορίες, 2. Ο Γιώρης

«Ένας λεβέντης χόρευε σε μαρμαρένιο αλώνι
κι η κόρη που τον αγαπά, η κόρη που τον θέλει
- Πού ήσουν εψές λεβέντη μου πού ήσουν προψές το βράδυ…»
Ράγιζαν γύρω οι τόποι κι οι καρδιές σε τούτο το λεβέντικο τσάμικο, εκεί στο πανηγύρι, κάτω από το μεγάλο πλάτανο, ο κλαρινίστας συνεπαρμένος από το ίδιο του το παίξιμο, κατακόκκινα τα μάγουλά του από το πάθος και το φύσημα, ο νταουλιέρης στο μέσο του κύκλου να ματώνει το ρυθμό ακολουθώντας το χορευτή που είχε αφεθεί να τον πηγαίνουν τα ντέρτια του και μια γινόταν ίσια με τη γη μια πέταγε στον ουρανό γιατί ο Γιώρης, είχαν να το λένε, χόρευε με το ίδιο μεράκι που έψελνε, τόσο αντιφατική η ζωή του, από τη μια πίστευε και ποτέ δεν τον άκουσαν να βλαστημάει, από την άλλη αδιαφορούσε για τα λόγια των παπάδων και τις ηθικές τους και τα είχε βολέψει μοναχός του με τα θεία, να είναι ήσυχος, «στο φαϊ και στο γαμήσι ο Θεός δεν κάνει κρίση» έλεγε …έτσι και τώρα χόρευε και τον πήγαινε ο χορός, ίδια κατάνυξη ο χορός και ο έρωτας , τη γη δεν την πάταγε ως τη στιγμή που κάποιος έσκυψε και του ψιθύρισε .. «άει ρε μάζωχτ’ τη γυναίκα σου από πέρα τις ιτιές» … τι το ‘χε να το πει ..καπνίστηκαν τα μέσα του Γιώρη, τέτοια προσβολή, σκοτείνιασε ο κόσμος, θα του το πληρώσει η πουτάνα, μύρισε ο αέρας συμφορά, ο πούστης που δε σεβάστηκε το στεφάνι του θα δε τι θα πάθει, θα το θυμάται,μη τον πιάσω στα χέρια μου, θα μαρτυρήσει της μάννας του το γάλα… άφησε στη στιγμή το μαντήλι του χορού και χύθηκε αστραπή κατά το ποτάμι από μάγκας και από «δε σηκώνω μυίγα στο σπαθί μου» έτσι στα ξαφνικά κερατάς να τον προσβάλλουν, ποιόν; Το Γιώρη με τ’ όνομα, αυτά που ήθελε να κάνει στους άλλους να του τα κάνουν αυτουνού; τέτοιο μασκαριλίκι δε μπορούσε να το χωνέψει, δε πήγαινε κάτου με τίποτα, στο λαιμό του κάτσε …και πού; Και πότε; Στο πανηγύρι που το περίμενε όλο το χρόνο, την ώρα που ιερουργούσε βήμα βήμα το πάθος του την ώρα που διακονούσε το σεβντά του, τ’ άγια των αγίων σε περιφορά ήταν ο χορός του, αυτά σκεφτόταν και πήγαινε και επειδή δε βρήκε τίποτα στο ποτάμι, αλλά κάτι λόγια είχαν φτάσει στ’ αυτιά του που δεν τους είχε δώσει σημασία, ο κόσμος είναι για να λέει, όμως το σαράκι του τρωγε τα σωθικά από καιρό, κίνησε να βρει την άπιστη στο σπίτι τους, ούτε εκεί τη βρήκε κι ήτανε τότε που οι αμφιβολίες του γενήκαν σιγουριά, ξεκρέμασε από τον τοίχο τη διμούτσουνη και πήρε ν’ ανηφορίζει κατά το σπίτι του εραστή της, έτσι νόμιζε, έτσι έλεγε ο κόσμος, δεν είχε καιρό τώρα να ελέγξει, να διασταυρώσει , μόνο να ξεπλύνει τη ντροπή από πάνου του, κι έφτασε καβάλα στο θυμό του έξω από την πόρτα και με βρισιές και με βλαστήμιες, πρώτη του φορά, καλούσε τον αντίζηλο να βγει να μετρηθούν σαν άντρες …
Το σούρουπο της ίδιας μέρας φριχτή έφτασε η είδηση από τα πέρα χωριά… Πώς, λέει, κάποιος που είχε διαφορές πήγε στο σπίτι του άλλου με το τουφέκι του και στάθηκε σαν ίσκιος και φοβέρα έξω απ’ την πόρτα και έσπρωχνε να μπει να λογαριαστούνε ..πως η καημένη η γυναίκα σκιάχτηκε μη δεν αντέξει το μάνταλο και η ίδια με τα χέρια της και το κορμί της κόντραρε την πόρτα από μέσα… δεν άργησε να γίνει το κακό.. . πισωπάτησε δυο δρασκελιές σήκωσε το τουφέκι του και κέντησε με σκάγια και αίμα τον αυγερινό στην πόρτα και το στήθος της……
Τα χρόνια που ακολούθησαν στη φυλακή, και ήταν πολλά, ο Γιώρης συχνά πυκνά συλλογιόταν τη ζωή του και όσα τον ‘φέραν ως εκεί ..πότε τα ‘ριχνε στην κακιά στιγμή, πότε στον κόσμο που του απόσωσε ο λόγος ο καλός… τα ξένα λόγια μην ακούς μονολογούσε… γάμοι κι αυτοί στα χωριά μας μονολογούσε… άλλον να παρουσιάζουνε γαμπρό στα προξενιά κι άλλον στα στέφανα… και τα κορίτσια αφού είχαν δώσει τα χέρια οι πατεράδες, υποτάσσονταν και ακολουθούσαν την κακιά τους τύχη… ο λόγος των αφεντάδων συμβόλαιο ..πόσες τέτοιες χειραψίες συμβόλαια δε ρήμαξαν ψυχές και όνειρα ..μοίρες που τις καθόρισαν άλλοι … μόνο η Παναγούλα, αντάρτισσα ψυχή, έγραψε στο μουνί της και την κοινωνία και τον πατέρα της και τα δυό τα σόγια και την ώρα που την αρραβωνιάζανε με άντρα που δεν ήθελε έδωσε παραγγελιά στα όργανα να της παίξουν το τραγούδι « σπάστα χάλαστα» και όπως χόρευε στην αυλή έφερε ένα γύρο, δύο γύρους στον τρίτο γύρο πιάστηκε από το παλούκι του φράχτη και αέρινη όπως ήταν στα δεκαεπτά της χρόνια πέρασε πάνω από το φράχτη, ανέβηκε τη σκάλα μπήκε στο σπίτι κλείδωσε από μέσα, όλοι τρέξαν στο κατόπι της, φώναζαν Γούλα άνοιξε, όμως η Γούλα είχε βάλει κάτι πρόχειρα παπούτσια πήδηξε τα δυό μέτρα και μέσα από τον κήπο εξαφανίστηκε να πάει να βρει τον αγαπημένο της … ο πατέρας της έπεσε από την ντροπή του στο στρώμα, κουκουλώθηκε και δεν είχε μούτρα να βγει στη λάκκα….
…. και γελούσε κάθε φορά που θυμόταν μια ιστορία που είχε ακούσει παιδί ,πως στο κεφαλοχώρι παντρεύανε την αδερφή κάποιου, δε θυμόταν τ’ όνομά του, αυτά του τα’χε διηγηθεί η συγχωρεμένη η μάννα του, και επειδή δεν της είχανε εμπιστοσύνη αν στην ερώτηση « δέχεσαι για σύζυγό σου…» θα έλεγε ναι, αυτό ανάγκασε τον αδερφό της σε όλη τη διάρκεια του γάμου να στέκει ένα βήμα πίσω με τα « κοκκόρια» του τουφεκιού σηκωμένα… ο παπάς κοντοστάθηκε για μια στιγμή να διαμαρτυρηθεί πως δεν ήταν κατάσταση αυτή και ότι η νύφη θα πρέπει να απαντήσει από μόνη της… για τον αδερφό αυτά ήταν ψιλά γράμματα… και τον έκοψε τον παπά σηκώνοντας το τουφέκι… « πες τα γράμματα παπά» είπε και το ξανάλεγε κάθε τόσο μην αφήνοντας άλλα περιθώρια δισταγμού στον εφημέριο… ο λόγος είναι λόγος, για ένα κούτελο καθαρό, για ένα φιλότιμο ζούμε, για ένα φιλότιμο σκότωσε και ο Γιώρης, όπως για μια παραγγελιά, για μια τιμή έφαγε και ο Νίκος, κολλητός του και φιλαράκι του στη φυλακή, τρεις ….
ΒΑΣΙΛΑΚΙ 14/3/2015
Δημοσίευση σχολίου