Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Παντρειά με προξενιό

Μια θειά της νύφης που τους  επισκέφτηκε λίγο  καιρό μετά το γάμο μιλώντας στη μάννα του γαμπρού τα είπε χωρίς περιστροφές…  « αν είχατε άντρα να παντρεύατε…» αφήνοντας τη φράση μετέωρη  και τη συμπεθέρα  να στάζει χολή, που όμως την κράτησε μέσα της … ήξερε πως ο Θανάσης της ήταν αγαθούλης, χαζούλης λέγανε ο κόσμος,   και από γυναίκες αμάθητος … όχι πως η νύφη ήταν  ξεσκολισμένη… άλλα τα χρόνια τότε … αυτά ήταν δουλειά του άντρα … Ένας μπάρμπας του που ο Θανάσης  τότε στα μέσα της εφηβείας του  του είχε δειλά δειλά μιλήσει μετέθεσε το ζήτημα για  αργότερα… για όταν θα ήταν ο καιρός του … « μη στενοχωριέσαι Θανάση μου» του είπε « εγώ είμαι εδώ για σένα… όταν θα ‘ναι η ώρα θα καβαλλίκουμε το μουλάρι και θα πάμε πάνου στου Πυρρή , στη Λιοδώρα, στην ανάγκη θα φτάσουμε ως του Σέκουλα… την καλύτερη θα σου βρω» …παρηγορήθηκε ο Θανάσης και περίμενε, βόσκοντας τα πρόβατά  ώσπου παραμεγάλωσε μα προξενιό δε ‘ρχότανε… να στείλει ο ίδιος ούτε που τόλμαγε να το σκεφτεί … Ποιά να πάρει το Θανάση… το δημοτικό στα δεκαοχτώ το έβγαλε, όχι πως τα ‘μαθε τα γράμματα , αλλά να σε λίγο θα πήγαινε φαντάρος…  ο δάσκαλος κάλεσε τον πατέρα του και του είπε… « να,  σκέφτομαι να προβιβάσω φέτος το Θανάση, ότι ήταν να μάθει πέντε χρόνια τώρα στην έκτη  το έμαθε… έχουμε και  μικρά  κορίτσια στο σχολείο… καταλαβαίνεις τη θέση μου…»   Ο πατέρας του δεν έφερε αντίρρηση… « βγάλτον  να πάει στο διάολοδάσκαλε … να ξεβρωμίσει  το σχολειό… θα δω τι θα τον κάνω» ..και τον έκανε τσοπάνο στα πρόβατα μέχρι που πήγε στο στρατό και γύρισε και μόνο τότε πήγε ένας κουμπάρος τους, απ’  τα χωριά πέρα απ’ το ποτάμι , στον πατέρα του ,  το και το κουμπάρε, έχει η γυναίκα μου μια ανηψιά, φτωχούλα δε λέω , αλλά  καλό κορίτσι, δουλευταρού , δε θα μετανοιώσεις, να τα σιάξουμε νε την πάρει ο Θανάσης. Το ζύγιασε ο πατέρας του,  έδωσε την κατ’ αρχήν έγκρισή του πήγε είδε τη  νύφη, έτσι νόμισε… τα κουβέντιασε με τον πατέρα της, δώσανε τα χέρια  το συμπεθεριό έκλεισε και συμφωνήσανε την παραπάνω Κυριακή να πάνε επίσημα να τη ζητήσουν , αλλά ο Θανάσης από το σκολειό στα πρόβατα, η μόνο διαδρομή που έμαθε,   από κόσμο δεν ήξερε….  που να τον πάνε … ν’ άνοιγε ο Θανάσης το στόμα του να γέλαγε το παρδαλό κατσίκι… γίνει στάχτη το συμπεθεριό…  ε όχι… μετά το γάμο είναι αλλοιώς… να ‘ δενε πρώτα τη γαϊδούρα του και μετά ας έλεγε ότι ήθελε… τι να  ΄λεγε δηλαδή… πέρα από  αρμέγματα δεν ήξερε…  Η μάννα του έριξε την ιδέα..ήτανε ανάγκη να πάνε με το Θανάση στους συμπεθέρους;…  «και με ποιον να πάμε ρε γυναίκα;»… «Δε λες του Κώστα του κουρέα;  Όλη μέρα στην αγορά, δε λέω τρίχες  είναι και οι κουβέντες του,  λόγια του αέρα να περνάει η ώρα, αλλά να ξέρει από κόσμο… ξέρει να σταθεί… είναι και φανήσιμος» ….   Δέχτηκε ο Κώστας πήγαν , τους καλοδέχτηκαν, εντυπωσιάστηκαν από το γαμπρό…   κάποια στιγμή φώναξαν και τη νύφη  να πει μια καλησπέρα, τον είδαν και οι αδερφάδες της κρυφά πίσω από την πόρτα… μπήκε η νύφη, χαιρέτησε , αυτό ήταν,  βγήκε…  κάτσανε στο τραπέζι φάγανε… πιάσανε την κουβέντα  μίλησαν οι πατεράδες, ώρισαν το γάμο, είπαν και δυό λόγια οι συμπεθέρες …. « πες κι εσύ τίποτα γαμπρέ…» ….  Κοίταξε όξω από το παράθυρο ο « γαμπρός» και απεφάνθη συλλογισμένος…  «θα βρέξει» …  « ε να πηγαίνουμε τότε και μεις» άρπαξε την ευκαιρία ο πατέρας του «μη μας πιάσει στο δρόμο και η ώρα η καλή , ώρα μας είναι ,  έχουμε και τα ζωντανά ατάιγα….»

Στο μεσοδιάστημα έκαναν τις ετοιμασίες  και έδωσε ο Θεός και φτάσανε στη μέρα του γάμου ..κίνησε το συμπεθεριό, πήγαν στο χωριό της νύφης, στην εκκλησιά, και περίμεναν να έρθει η νύφη κατά το τελετουργικό…  Σαν την είδαν να κοντοζυγώνει, σκουντάει ο πατέρας του Θανάση τη γυναίκα του… « ρε γυναίκα αυτή είδαμε όταν ήρθαμε για τα προξενειά;» … «Πάψε ..γιατί εμείς το Θανάση φέραμε;» …  Περιχαρής ο Θανάσης πιο πέρα δεν έβλεπε την ώρα … μα η νύφη είχε δει το γαμπρό και άλλα είχε ονειρευτεί… μούδιασε…. Ο πατέρας της την κοίταξε βλοσυρά… προχώρησαν του την παρέδωσε…. Έγινε το μυστήριο… και με κλαρίνα και βιολιά κίνησαν για την επιστροφή…
« είμαστε ορκισμένα τα καημένα καμιά δεκαριά παιδιά κυρά δασκάλα, καμιά δεκαριά παιδιά
να πάρουμε τη δασκάλα τη δασκάλα να την πάμε στα νησιά κυρά δασκάλα
 να την πάμε στα νησιά»
Ούτε δασκάλα πήραν,  ούτε σε νησί την πήγαιναν… Κάποιος  από το συμπεθεριό του γαμπρού, που υποψιάστηκε τι είχε συμβεί γύρισε και είπε σε ένα συγχωριανό της νύφης… «καν μας γελάσατε, καν σας γελάσαμε» ..κι έτσι άρχισε βίος ανθόσπαρτος που λένε, ο Θεός να τον κάνει , του Θανάση και της Θανάσαινας, γιατί με το που παντρευόταν  τότε η γυναίκα  έχανε το όνομά της…

Η μάννα του Θανάση κλωθογύριζε στο μυαλό της  τα λόγια  της θειάς της νύφης « αν είχατε άντρα να παντρεύατε…» μα άκρη δεν έβγανε… τι ήθελε να της πει;…  κάτι  κουβέντες  που ήρθανε πίσω από την αγορά πως τάχαμ΄την πρώτη νύχτα ο Θανάσης δεν … τ’ απέδωσε  σε υπερβολές… Γνωστός χωρατατζής  ήταν εκείνος που του είπε « άει στο διάολο Θανάση που είδες γυναίκα και λιγοθύμισες» … δεν τον πήρε στα σοβαρά…. Μέχρι που…

Ήταν απόγιομα που ο Θανάσης έστησε καρτέρι  …  Μ’ ένα λάζο στο χέρι τον περίμενε… αμέριμνος εκείνος ζύγωσε… σιγοτραγούδαγε και πάγαινε…. Είχε καλή φωνή ο Κώστας …

«Περδικού-κι αμάν αμάν- περδικούλα μέρωνα
περδικούλα μέρωνα , ‘κείνη μ’ αγριευότανε…»

Έλειωνε η φωνή του σίδερα από τη ζέστα του καημού και του έρωτα…
« Θύμωσα – κι αμάν αμάν – θύμωσα την έδειρα

θύμωσα την έδειρα στα βουνά την έστειλα»
Χόχλαζαν τα στήθεια του Θανάση από θυμό  και ζήλεια
«στα βουνά – κι αμάν αμάν – στα βουνά τα πετρωτά
στα βουνά τα πετρωτά  τα μολυβοσκεπαστά…»

Πάγαινε ο Κώστας , ζάχαρη τα γυρίσματά του, αχ  Θανασιά ψυχή του !!!

« μιαν αυγή – κι αμάν αμάν  μιαν αυγή μια Κυριακή
μιαν αυγή μια Κυριακή την ακώ να κελαηδεί..»

«Δε θα την ξανακούσεις κουρέα τη Θανάσαινα… δε θα την ξανακούσεις….»

Πήρε κι ο Θανάσης το δρόμο για τη φυλακή…. 

ΒΑΣΙΛΑΚΙ  15/3/2015

Δημοσίευση σχολίου