Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

ΠΑΡΑΠΟΝΟ... (ΟΣΟΝΟΥΠΩ - ΑΡΚΟΥΝΤΩΣ)


Η φίλη μου το είπε χωρίς περιστροφές..." γελάω με τα ελληνικά σου"...μπήκα τότε να σκέφτομαι τα ελληνικά μου με κάτι φάτσες περίεργες, χοντρομούτσουνα ίδια καλικατατζαραίους και άσε που δεν ήξερα που να κρυφτώ, δεν είχα και που να τα κρύψω..."Καλημέρα" μου 'λέγαν οι άνθρωποι κι εγώ σγουφτός και απ' την άλλη κοιτώντας απάνταγα..."μέρ.....", σα να μη μ'ακούσουν να ήθελα. Τότε εκείνοι με κοιτάγαν παράξενα και ρωτάγαν τί έπαθα...και, τις πιο πολλές φορές, ένα γέλιο τους ξέφευγε που σα να χαμογελάσουν δεν πρόκαναν...Τότε έφευγα τρέχοντας , μη γελάσουν περισσότερο που τους έλεγα " τι γελάτε ρε;", όπως τότε στο δρόμο που μια γυναίκα τριαντάρα είχε κρεμασμένο στην πλάτη της κάποιον, ο Θεός να τον κάνει, που πίσω της σέρνονταν και είχε το παντελόνι του κατεβεί ως τα μπούτια...κι επειδή δε φόραγε σώβρακο, ο κόσμος πίσω της έβλεπε και ξεραινόταν στα γέλια..." τι γελάτε ρε" είπε τότε, σαν κι εμένα η γυναίκα, και αμέσως συμπλήρωσε... " κανά κώλο ξεβράκωτο βλέπουτε;"... Η κατάστασή άλλο δεν πήγαινε, μιας που να πάει δεν είχε, αλλά πήγα εγώ στο γιατρό μου να μ' εξετάσει που αντί μιλιά μου 'βγαινε βήχας, κι ο βήχας δεν κρύβεται... " Δε μου λες από τι το 'παθες; μην άκουσες και σύ καμιά διάλεξη, μη χωρίς ομπρέλλα σε πέτυχε καμια πολιτικού ομιλία;..απο 'κείνες τις στριφτές που τα νοήματα φέρνουνε σβούρα; μίλα σε γιατρό ήρθες μη ντρέπεσαι, μη μ' ακούς που γελάω" και, από πάνω μου σκύβοντας, " δε θα το πω σε κανέναν.."...Το και το του λέω τα καθέκαστα χωρις ν μα με πολλά σίγμα, από το δόντι μπροστά που μου έλειπε, και βγαίναν οι φθόγγοι σα φίδι που σφύριζε, " μια φίλη μου είπε τα ελληνικά μου δεν είναι καλά"..." -και τί έχουν; τώρα που το λες, χμ, τα ακούω αδύναμα, δε σφίζουν ως είθειστε" και μου διέταξε δίαιτα, τρείς φορές την ημέρα ποιήματα μικρά λιγομίλητα μη με βαρυστομαχιάσει η δόση και για αργότερα μου είπε θα αυξήσουμε τον αριθμό και το μάκρος μέχρι που να γίνεις περδίκι..να σαν αυτό...μικρό το δέμας μα πυκνό σε νόημα..άκου να δεις που 'ναι θαύμα "...και άκουσα..

" Είσαι ακόμη μέσα μου
αγάπη μου και μπέσα μου"

και πιο κάτω

" Αν δεν είχες φύγει θα ' σουνα εδώ
μέσ' το σπίτι τούτο που σε καρτερώ"...

" Να έτσι..ο στίχος να είναι ευκολόπεπτος...να μην κουράζει...και προπαντός τα νοήματα να υπακούν στο ρυθμό, χωρίς να κλωτσάνε... πως να το πω , να είναι λεία, χωρίς εξογκώματα... και η αίσθηση να είναι ανείπωτου κάλλους, άφατη η ομορφιά της..και όλα αυτά να είναι ορατά εκ πρώτης όψεως... Έχεις τίποτα να προσθέσεις; με εννοείς;..."..και δεν είχα.. και τον εννόησα... και θάμαζα την σαφήνια εκεί χάμου απέριττη..." Είσαι ακόμη μέσα μου.." ουδέν το δυσνόητο..τίποτα ασαφές να απορείς..εκ πρώτης όψεως πάντα...γιατί από δεύτερη σα φίδια οι περιέργειες με ζώσαν...κάτι καχυποψίες να σαν προζύμια που φούσκωναν κάτι υπόνοιες που σκιάζαν την αγάπη και την μπέσα...τι να 'θελε να 'πεί εκείνο το " ακόμη"...από πότε ήταν εκεί και μέσα της ; τι κάνει εκεί μέσα που ξώμεινε;.. "γιατρέ τι κάνει εκεί μέσα της;"...ο γιατρός, ένας που , δεν φτάνει όπως έλεγε, ότι ήταν ερασιτέχνης φιλόλογος και εραστής της ποιήσεως, τρομάρα του, είχε και τη λεπτομερή ματιά εντομολόγου, εκείνη τη διαστροφή του επαγγέλματος που μπορεί να σου πει το είδος της μυίγας από τα ζεύγη τριχούλες που έχει στα πόδια της, .."της" ; μου λέει, " από που το συμπέρανες; στο ποίημα εκούσια απεφεύχθη να οριστεί το γένος, το φυσικό, της αγάπης, ούτε υπονοείται ποσώς ποιος ή ποιά φεύγει... το ποίημα αρκείται στα απολύτως ουσιώδη...στο πρώτο απόσπασμα έχουμε μόνο μια αχρονική ερωτική υπερβολή που εξυμνεί και υπογραμμίζει το πάθος και στο δεύτερο το ουσιώδες είναι εκείνο το αρχικό , ακάνθινο θα έλεγα " αν"...ακολουθούμενο από το αρνητικό μόριο " δεν"...το μόριο που λέει "δεν" ανατρέπει πεποιθήσεις αιώνων....επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις που ο γράφων ή η γράφουσα καρατομεί μονοσύλλαβα, εισάγοντας την προσωπική του/της επαναστατικότητα στη γραφή, αποφασιστικά, χωρίς στιγμή να ορρωδήσει στη σκέψη αν η τομή που επιχείρησε με εκείνο το "αν" αιμορραγεί για καιρό μέχρι να γίνει αποδεκτό από τους λογοτεχνικούς κύκλους, μέχρι τότε μια κρυφή αγωνία θα συντροφεύει την αναμονή αν το μόσχευμα θα δέσει στο σώμα..." ..και ξανά " με εννοείς; " μου λέει μεσ' τα μούτρα....και δεύτερη φορά εννόησα και βάλθηκα νοερά να σκοτώσω μια αρκούδα που 'στεκε πιο πέρα σηκωμένη και στα όρθια στεκάμενη και ήτανε λέει η παλιά η αγκυλωμένη διανόηση...κάτι που από καιρό είχε στερέψει, η αρκούδα ήταν στα χάλια της, πετσί και κόκκαλο, έφτανε μια να της δώσω και πάει χίλια κομματια θα έσπαγε, τη λυπήθηκα, ο θρίαμβος της αδιαμφισβήτητης βεβαιότητας..." αν δεν είχες φύγει θα ήσουνα εδώ"...ποιός άφρων θα μπορούσε να το αμφισβητήσει, τέτοια αλήθεια, βαρύγδουπη, όπως ο γδούπος που έκανε πέφτοντας εν αιθρεία στο ανύποπτο τέλμα της ακίνητης και όχι ακοίμητης καθεστυκυίας ταξης των γραμμάτων εκείνο το "ακόμη" συνεπικουρούμενο από το άλλο το άτεγκτο "αν", προκαλώντας επάλληλους κύκλους αλυσιδωτών αντιδράσεων που διαδέχτηκαν τα κύματα έκπληξης στα γνώριμα στέκια , απορία ψάλτου βήξ...κατάλαβες τώρα γιατί βήχεις;..γιατί τα ελληνικά σου χλωμιάσαν αναίτια μετά την αθώα επισήμανση εκείνης της φίλης σου που βέβαια δεν είχε πρόθεση , μόνο που οτιδήποτε θα της έφερνε γέλωτα, θα ηχούσε ρηχό, σχεδόν ανεπαίσθητο, μετά το βαθύ " μέσα μου" , μετά το αδιαμφισβήτητο " θα ήσουνα εδώ"... θέλω να είσαι επιμελής, η κατάστασή σου είναι αναστρέψιμη, αλλά βόηθα και συ, μην τα θες όλα από το γιατρό, ο γιατρός δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα, χωρίς τη δική σου συμβολή, μη με βάνεις να ανοίγω εδώ χάμω αυτοσχέδια σχολεία να σε μπάσω στο νόημα.. .Άνοιξε τα στραβά σου , εκεί είναι η πόρτα και μου 'δειξε παραταύτα και πάραυτα από πούθε να φύγω....και βγήκα...

Αρχινώντας, 'κει ΄χαμου να γράφω, στη μέση του δρόμου, νοερά, ένα διήγημα..μα με 'μποδαε η αρχή..Πως να αρχίναγα;...Για ποίημα δεν ήμουν φτιαγμένος...και τα μεγάλα τα απόφευγα...Τα έπη, το εκτενές μυθιστόρημα... η αρχή είναι το άπαν σκεφτόμουνα ..το ήμισυ του παντός ύστερα με διόρθωνα και με μάλωνα...τέτοιες ανακρίβειες απάδουν στην δική μου καλλιέργεια..είναι ανεπίτρεπτες...όχι να τρως κουκιά και να μαρτυράς ρεβύθια... Η τέχνη απαιτεί ειλικρίνεια, τη δύναμη να εκτίθεσαι ολόγυμνος, με πυγμή να επιβάλλεσαι στο υλικό σου, και όχι να στέκεις αναποφάσιστος, σαν εμένα στη μέση του δρόμου.. "Ναι μεν αλλά " τσαμπούναγα και αισθανόμουνα λεύτερος...ήθελα πήγαινα ίσα, ήθελα έστριβα ....η πρώτη εντύπωση...να κάνεις ο αναγνώστης να μην αφήνει το βιβλίο από τα χέρια του, έλεγα.. να γλείφει τα δάχτυλά του...και , έγλειφα εγώ τα δικά μου... "Οσονούπω"...λέω ξαφνικά... και αμέσως μετά... "αρκούντως"...και καταριόμουν τον εαυτό μου που ποτέ δεν μπόρεσα στη ζωή μου να μην έχω διλήμματα... " Οσονούπω".. " Αρκούντως"...Ποιό απ' τα δυό; Αυτό να μην είχα...όλη μου η ζωή σταυροδρόμια.. από παιδί με παιδεύουν οι υπαναχωρήσεις... ένα βήμα μπροστά δύο πίσω...γιατί, την τύχη μου, να μην είμαι κι εγω σαν τους άλλους;...Να "είμαι ακόμη μέσα σου " να 'γραφα χωρίς ποτέ να αμφιβάλλω;...μπας και δεν;...να " θα ήσουν εδώ"..παστρικά λόγια... ενώ "αν δεν είχες φύγει" χίλιες δυό συνέχειες ...άντε να βρεις τη σωστή..." άψε κερί να βρεις το λύχνο"...τούτη η προκαταρκτική αίρεση "αν" να μην ήταν...πόσο θα ήθελα...

Αχ γιατί να μη μπορώ να κάνω ζάφτι τις λέξεις να με υπακούν τα φωνήεντα; Να λαμπρύνω κι εγώ μια σταλίτσα τα γράμματα τα ελληνικά και μπορεί και τα ξένα; ….Να σαν τη φίλη μου που διέγνωσε πρώτη τα φάλτσα μου… να αγριοκοιτάζω το επίθετο και να τρέχει στο κείμενο να βρει τη σωστή του τη θέση… να γραπώνω κεφαλοκλείδωμα τα νοήματα και να σφαδάζουν ανήμπορα.. να χτυπιούνται στους στίχους…. Να στοιβάζονται παρομοιώσεις και σχήματα και να ραχατεύουν ανέμελες , καμιά φορά και να λιάζονται ξέγνοιαστες αλληγορικές προεκτάσεις; Δεν είμαι πλασμένος για αυτά… για πρεπειές και για δόξες… Η δόξα ζητά ταπεινότητα γονυκλισίες μετάνοιες…. ζητά επιείκεια ..να σε σπλαχνιστούν οι Θεοί και οι μούσες… στα γεννητούρια σου να είναι παρούσες οι μοίρες…στα δικά μου, ηλίου φαεινότερον έλειπαν… ενώ, ηλίου φαεινότερο πάλι, στα του φίλου της φίλης μου επί ποδός και παρούσες, με τα πανέρια γεμάτα τον έραναν , έτσι που έγινε ποιητής τρανός και που μ’ όλους τα έχει καλά και νοιώθει μαζί τους οικεία.. σα να που μικρός έπαιζε μαζί τους αμάδες… « Ρίξε κάτι Σαπφώ μου απάνω σου και μη μούνα καθεύδεις»…» κι εσύ ρε Αρχίλοχε πετάξου να μου πάρεις δυο πακέτα τσιγάρα»… τέτοια... και η έμπνευση δούλα του..της σφυράει και φτάνει… κι αν αργήσει δεν το ΄χει σε τίποτα να της αστράψει δυο σφαλιάρες να μάθει… όλα κι όλα… ο καθείς εφ’ ώ ετάχθη… ο μυλωνάς τη μυλωνού ο ποιητής την ποητού…

ΒΑΣΙΛΑΚΙ  12/11/2013
Δημοσίευση σχολίου