Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΒΑΛΣ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ (παρουσίαση)

Η ομιλία μου στην εκδήλωση που είχα την τιμή να είμαι συνπαρουσιαστής, με θέμα


"Γλώσσα και ύφος"

Θα ήθελα, εισαγωγικά, να πω δυο λόγια για ότι στην τέχνη του λόγου συνηθίζουμε να ονομάζουμε ύφος και που στην πράξη είναι απόλυτα συνδεδεμένο με την γλώσσα.

«Το ύφος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος» θα πει ο Σεφέρης. Πού σημαίνει ότι αρκεί να είσαι πραγματικός άνθρωπος και έχεις ύφος. Σημαίνει ακόμη πως ύφος δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον διακριτό, προσωπικό τρόπο που έχει καθένας μας όταν εκφράζεται, όταν διηγείται ή όταν εξωτερικεύει τα συναισθήματά του.

Ύφος είναι όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μας επιτρέπουν να ξεχωρίζουμε, εύκολα ή δύσκολα, το λόγο του Καζαντζάκη από του Ελύτη, του Σεφέρη από το Ρίτσο, του Μακρυγιάννη από του Σκαρίμπα, του Παπαδιαμάντη από του Ροϊδη και που τα χαρακτηριστικά αυτά σε καμία περίπτωση δεν είναι ευθέως ανάλογα με το γλωσσικό πλούτο του γράφοντος. Ας αναλογιστούμε πως ο Σολωμός, ο Κάλβος και ο Καβάφης, παρά τα φτωχά ελληνικά τους, ή ίσως και για αυτό, έχουν ξεχωριστό και εύκολα αναγνωρίσιμο ύφος.

Εχθρός του ύφους είναι η ομοιομορφία. Στην εποχή μας, η ευκολία, που προτείνεται ως τρόπος ζωής, και τόσα άλλα – αναλογιστείτε τη γλώσσα της τηλεόρασης , των σύγχρονων εφημερίδων και ακόμη περισσότερο τον τυπικό λόγο των δημοσίων υπηρεσιών – τείνουν στην επιβολή ισοπεδωμένων προτύπων, στην δημιουργία ανθρώπων σκιών του εαυτού τους, εξουδετερωμένων , χωρίς ύφος.

Στην άκρη αυτής της διάκρισης – του ύφους και της έλλειψή του – βρίσκουμε τη διάκριση του χειροποίητου από το μηχανικό κατασκεύασμα. Το χέρι γνωρίζει, λαθεύει, νοιώθει, αισθάνεται. Αντίθετα, η μηχανή δεν αισθάνεται τίποτα, ούτε τον ίδιο τον κόπο της.

Με δυο λόγια το ύφος συντίθεται από τις δυνάμεις του ανθρώπου για την έκφραση και από τα εμπόδια που συναντούν αυτές οι δυνάμεις. Από τον τρόπο που θέτει και επιλύει ο καθένας μας αυτά τα ζητήματα.

Είναι σε όλους μας γνωστό, ότι το μόνο μέσο που έχουν οι συγγραφείς , που έχουμε όλοι μας, να εκφράσουμε τις σκέψεις μας και τα αισθήματά μας με χρώματα, με βάρος, με ενάργεια, με φως και με σκιές είναι η σημερινή ελληνική γλώσσα.

Όπως είπα και στην αρχή, στην πραγματικότητα το ύφος είναι σχεδόν αδύνατο να το ξεχωρίσουμε από τη γλωσσική ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα και από την καλλιέργεια που ασκεί ο συγγραφέας πάνω σ’ αυτή τη γλωσσική ιδιοσυγκρασία του.

Τη γλώσσα, αυτό το δοσμένο κοινό συναισθηματικό στοιχείο, που είναι η βάση της ανθρώπινης κοινωνίας, το διαμορφώνουμε ο καθένας μας με τη δύναμη και τις αδυναμίες μας.

Ακόμη θα πρέπει να επισημάνω άλλη μια αυταπόδεικτη αλήθεια. Όλοι όσοι καταπιάνονται με τη γραφή, έχουν να ξεπεράσουν μια βασική δυσκολία. Είναι αναγκασμένοι να δουλέψουν με τα ίδια υλικά, με τις ίδιες λέξεις που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν στην καθημερινή ζωή τους.
Όπως και σε κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα, αυτό που διαφοροποιεί τον τεχνίτη από τον καλλιτέχνη είναι το προσωπικό μεράκι. Ο τεχνίτης περιορίζεται στα όρια που του επιβάλλει η χρήση για την οποία προορίζεται το δημιούργημά του, ενώ ο καλλιτέχνης θέλει και πασχίζει αυτό που κατασκευάζει να είναι και όμορφο.
Το ίδιο και στη χρήση του λόγου, στη συγγραφή. Στην περίπτωση της λογοτεχνίας είναι η διάταξη των υλικών (λέξεων) που δημιουργεί τη διαφορά, που μπορεί να μας ταξιδέψει στην Κόλαση ή στον Παράδεισο, έτσι όπως εφαρμόζεται, διαμορφώνοντας την αρχιτεκτονική των αισθημάτων. « Η μισή αλήθεια σε όσα λέμε βρίσκεται στον τρόπο που το λέμε» θα παρατηρήσει ο Ελύτης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη της αισθητικής του λόγου.

Μετά από αυτά τα σχετικά με τη γλώσσα και το ύφος, θα ήθελα να δούμε ένα απλό στη διατύπωσή του, αλλά ουσιώδες, όσον αφορά τη λογοτεχνία, ερώτημα.

Γιατί γράφουν, όσοι γράφουν; Που στοχεύουν;

Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί πολλές προσεγγίσεις . Έχω τη γνώμη ότι μπορούν να συνοψισθούν σε τρείς.

α) Η πρώτη, καθαρά ποιητική, προβάλλει την επιδεκτική πολλών ερμηνειών απάντηση ότι η ερώτηση γιατί γράφουμε ισοδυναμεί με την ερώτηση γιατί κάνουμε έρωτα.

β) Η δεύτερη, την αξιοπρόσεκτη ψυχολογική άποψη πως η διαδικασία της συγγραφής είναι τρόπος για να γνωρίσουμε πρωτίστως τον εαυτό μας. Δρόμος προς την αυτογνωσία.

γ) Η Τρίτη διατείνεται πως η Τέχνη, συνεπώς και η λογοτεχνία, αρχίζει εκεί που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος, υπονοώντας την ορμέμφυτη ανθρώπινη ανάγκη να αντιπαλέψει τη φθορά.

Στη βάση όλων αυτών των προσεγγίσεων βρίσκεται η ανάγκη να επικοινωνήσουμε. Για την ακρίβεια να κοινωνήσουμε όσα, κατά τη γνώμη μας, σημαντικά κουβαλάμε, όσα μας βαραίνουν ή μας πληγώνουν. Μα πάνω απ’ όλα να μοιραστούμε όσα νοιώσαμε. Τη συγκίνησή μας.

Όλα όσα ανέφερα μέχρι τώρα δεν τ’ ανέφερα τυχαία.

Η κυρία Αποστολοπούλου, από τα ελάχιστα που αναφέρει προλογικά έχει απαντήσει με σαφήνεια στο ερώτημα «γιατί έγραψε» και ακόμη περισσότερο έχει δηλώσει τη συναίσθηση του βάρους της γλώσσας μας και της τέχνης που έταξε να υπηρετήσει.

Η ίδια εξομολογείται « Ο λόγος, γραπτός και προφορικός πάντα με γοήτευε…και η μοναδική ελληνική γλώσσα…η γλώσσα μας. Αυτή η γοητεία , αυτή η αγάπη βρήκε έκφραση στο διάβασμα…Πολλά βιβλία…και ξανά η συνειδητή επίγνωση… ότι όλα αυτά τα διαβάσματα αποτελούν «ανεκτίμητο υλικό» και προίκα.

Έχουμε δηλαδή από τη μια ένα σωρευμένο γλωσσικό πλούτο, που έχει να κάνει με τον τρόπο, με ποιες αρετές και ποιες υπερβολές δούλεψαν οι περασμένες γενιές λογοτεχνών και με ότι απομένει ζωντανό από εκείνη τη δουλειά. Ένα καταστάλαγμα χρόνων που γυρεύει να εκφραστεί… . «οι βιβλιοθήκες , ο ρόλος τους, είναι να γεννούν βιβλία θα πει ευφυώς ο Ουμπέρτο Έκο και πολύ πιο συμπυκνωμένα , αποφθεγματικά ο δικός μας Γιώργος Σεφέρης « είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας»..

Από την άλλη έχουμε το «ζωντανό» υλικό μιας αληθινής ιστορίας που μέσω αυτής θα βρει τρόπο να εκφραστεί ο γλωσσικός θησαυρός που, διάβασμα το διάβασμα, σωρεύτηκε στην ψυχή και τη συνείδηση της συγγραφέως. Τούτη την αληθινή ιστορία που κουβαλάει και την συγκινεί θέλησε να μοιραστεί μαζί μας…Με κάθε δυνητικό αναγνώστη. Αυτή της η εσωτερική παρόρμηση συνεπικουρείται από τις παροτρύνσεις, όσων έτυχε να ακούσουν αποσπάσματα της ιστορίας. Αυτό το «να τα γράψεις» των συναδέλφων και φίλων.

Δεν πρέπει , κατά την άποψή μου να μας διαφύγει η δική της επισήμανση ότι τα κομμάτια της ιστορίας είναι μνήμες από ακούσματα σκόρπια της παιδικής της ηλικίας και από διευκρινήσεις, σχετικά πρόσφατες, των πρωταγωνιστών. Νομίζω πως εδώ ο λόγος λειτούργησε με τον τρόπο που λειτουργεί η επανασύνθεση, η αποκατάσταση ενός γλυπτού ή πίνακα ζωγραφικής, όσα ο χρόνος ξεθώριασε και θάμπωσε από τις θύμισες. Που σημαίνει πως η ιστορία έχει υποβληθεί σε διπλή επεξεργασία…Η πρώτη αφορά όσους έζησαν τα γεγονότα, αλλά που οι εντυπώσεις τους, οι διηγήσεις τους, υπόκεινται στην απόσταση του χρόνου και στις επιδράσεις που ασκεί το πέρασμα του χρόνου. Η δεύτερη αφορά την ίδια τη συγγραφέα, την δική της παιδική αντίληψη και τις διαστάσεις που στην παιδική φαντασία πήραν όσα άκουσε.

Κατά συνέπεια έχουμε μια μυθιστορηματική διάπλαση της ιστορίας που πολύ διαφέρει από την απλή παράθεση γεγονότων. Και εδώ νομίζω ότι έγκειται η αξία της, δεδομένου ότι η Τέχνη οφείλει να είναι αληθινή, με την έννοια όχι ότι όλα όσα εξιστορούνται έγιναν ακριβώς έτσι, αλλά πως θα μπορούσαν να γίνουν έτσι. Ακόμη περισσότερο πως το προσωπικό το καθημερινό και τυχαίο μπορούν να αναχθούν σε συλλογικό σύμβολο, τέτοιο που κάθε αναγνώστης να βρει σημεία συνάντησης με την συγγραφέα, να βρει στο βιβλίο κάτι ανάλογο που να προσιδιάζει στον ίδιο και που θα τον συγκινήσει.

Ένα άλλο στοιχείο που για τον μέσο αναγνώστη περνάει σχεδόν απαρατήρητο και μόνο στους μυημένους, στους υποψιασμένους, μπορεί να γίνει αντιληπτό, είναι ότι ο λογοτέχνης, ο καλλιτέχνης γενικότερα, μέσα από τις ιστορίες των άλλων τους χαρακτήρες των άλλων, την δική του ψυχή καταθέτει, τον δικό του χαρακτήρα αποκαλύπτει. Αυτό το προσδιόρισε ευφυώς ο ζωγράφος Δ. Μυταράς, όταν απαντώντας σε ερώτηση αν ζωγραφίζει πορτραίτα και αν ναι, αν είναι «πιστά», απάντησε: « Τον εαυτό μας ζωγραφίζουμε στα πρόσωπα των άλλων». Συνεπώς ο συγγραφέας είναι που εκτίθεται…και όσο λιγότερο κρυψίνους είναι τόσο περισσότερο αληθινή είναι η Τέχνη του. Ο αναγνώστης του βιβλίου δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν έμαθε για τον Ορέστη και την Χριστίνα. Σίγουρα όμως δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος μπροστά στην αγάπη, την τρυφερότητα, τον συναισθηματισμό που διακατέχει τη συγγραφέα καθώς μιλάει για τους δικούς της ανθρώπους. Πολύ περισσότερο, αν ξεπεράσουμε τις ρομαντικές και σε μεγάλο βαθμό λυρικές περιγραφές, θα βρούμε ένα λόγο ακρίβειας, εναργή και άμεσο και με θαυμαστή σαφήνεια – και αυτό ισχύει και τη ροή των γεγονότων της ιστορίας, όσο και για την ψυχολογική σκιαγράφηση των χαρακτήρων – που, προσωπικά, πίσω από την διήγηση, μου αποκαλύπτεται η θετική επιστήμονας, η γιατρός.

Είναι τέτοια η λογική συγκρότηση όλης της ιστορίας, η μαθηματική δομή της αφήγησης, που δεν αφήνει κανένα χάσμα , κανένα κενό και που πιστεύω – μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για την πρώτη της εμφάνιση «στα γράμματα» - πως στη συγγραφική της πορεία θα παγιωθεί και θα αναδειχθεί σε διακριτικό, χαρακτηρολογικό γνώρισμα της γραφής της.

Συμπερασματικά, συστήνω το βιβλίο, έχοντας κατά νου τη φράση του Θερβάντες
« Εδώ μέσα θα βρείτε αλήθειες που είναι πιο νόστιμες και διασκεδαστικές και από τα πιο όμορφα ψέματα».

Ευχαριστώ που με ακούσατε
Δημοσίευση σχολίου