Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ

Α’ Θάνατος

Εκεί στην ακροποταμιά
Ο Γιάννης κείτεται

Χωρίς ψωμί χωρίς φαϊ
Μόνος και παγωμένος

Βασίλεψαν τα γαλανά του μάτια
Παρά ποθές ξανθά
τ’ ολόξανθα μαλλιά του

Πυρώνει ο ήλιος…- Τέλη του Μαγιού
Καίνε οι πέτρες… -Κρυγιό το μέτωπό του
Μικρή πληγή…- Πως τον σημάδεψε η μοίρα
Θάνατος
Μικρή πληγή…-Πως σφύριξε η σφαίρα
Θάνατος
Πως σκίστηκε στα δυο η ώρα η στερνή
Θάνατος
Το αίμα αηδόνι κι έβαψε το στήθος
Θάνατος
Πικρή στιγμή… -Κηλίδα πότισε τη λησμονιά που θέριεψε
Θάνατος
Πικρή στιγμή…- Πως στάθηκε ο αγέρας
Μήτε κλαδάκια θρόισαν μήτε πουλιά πετάξαν
Θάνατος
Πικρή στιγμή… Χαλίκια η μνήμη σκόρπισαν
Φρύδι δασύ της νύχτας της παντοτινής
Απού αυγή δεν έχει
Θάνατος
Πήχτρα σκοτάδια τ’ άλογό του…
Χλιμίντρισε κι αντάριασε η Ρίζα
Θάνατος

Κείτεται ο Γιάννης
Καφέ λαδιά στο χώμα

Πλάτυνε η φτώχεια μας
Και λίγιανε τη περηφάνεια….

Β’ ΚΟΜΜΟΣ

Αητός ζυγιάστηκε ψηλά κι από ψηλά βιγλίζει
Κοράκια μη σιμώσετε φίδια μη το τολμήστε
Κι όλα της νύχτας τα μιαρά απ’ το λαγγό μη βγείτε
Κι όλα τα όρνια υπάκουσαν – Μακρυά απ’ το παλληκάρι

Αητός αητό παράστεκε
το Γιάννη το Κουτρούλη

Τον συντροφεύουν τα νερά παράμερα κυλάνε
Παράμερα κι ο πλάτανος παχύ ασκιανό του κάνει
Δροσιό αεράκι φύσηξε από τα περιβόλια
Και σκόρπισε λεμονανθούς στεφάνι στα μαλλιά του
Πως έζησε…
«Να κλέψω μια του Χάρου»…
Κι εκλεψε μια κι έκλεψε δυο…
Κι απόφταξαν πενήντα δυό τα χρόνια της ζωής του...

Όπου φωτιά και χαλασιά εκεί ήτονε κι ο Γιάννης
Του ήταν η σύνεση ντροπή η αποκοτιά καμάρι

Βουνά της Κρήτης χαμηλώστε…
Τώρα πια ο Γιάννης ξαρμάτωτος στου ποταμού την άκρη…

Τον συντροφεύουν οι γυναίκες που τον γνώρισαν
Και κρυφοκλαίνε

Στέκουν τη στράτα σοντηρούν τη στράτα αναντρανίζουν
Ο Γιάννης μήπως και φανεί να τον συναπαντήσουν

-Κόνεψε Γιάννη να χαρείς λίγο από την αυλή μας
Να πιεις νερό να δροσιστείς να δροσιστεί η καρδιά μας

Τον συντροφεύει κι ο οχτρός διπλή φρουρά του βάνει
Στο δίστρατο, στο ξάγναντο κανείς να μην τον θάψει

Του στέκει με την έγνοια της κι η πρώτη του η κόρη…

Γ’ ΤΑΦΗ
«Άκουσ’ με μάννα ο κύρης μου άθαφτος δε θα μείνει»

Και πήρεν την η σκοτεινιά στην ερημιά την πάει

Και σύρθηκε η Αγγελικώ μες σε λυγιές και σφάκες
Ψηλή , λιγνή στα δεκαεφτά της..
Μπεντένι ο φόβος πλάκωνε το στήθος
Ματώσανε οι αγκώνες και τα γόνατα

Κρυμμένη πίσω απ’ τον νεκρό πατέρα της
-Που το κουφάρι του να λύνεται είχε αρχίσει-
Έσκαβε με το πείσμα της και τ’ ακροδάχτυλά της
Έσκαβε με τα νύχια της και δίχως ν’ανασαίνει
Κρυφές ματιές και τρόμος μουδιασμένος
Κάθε που διάβαινε ο σκοπός απάνω στο γιοφύρι
Ρηχό μνημούρι
Και με πνιχτά αναφυλλητά και πετρωμένα δάκρυα
Τον Κύρη της ανάχωσε

Η Αγγελικώ

Παλιότερα τη λέγαν Αντιγόνη
Αργότερα Ηλέκτρα
Κι άλλα πολλά ονόματα…

Αθήνα 20/12/2011
Δημοσίευση σχολίου