Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρά κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρά κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Μικρή χωριάτικη ιστορία

Πάνε χρόνια από τότε που η Αγιώτα - και τη λέγαμε Αγιώτα επειδή σε κάποιες λέξεις, στην αρχή τους, πρόσθετε ένα δικό της όσο και αυθαίρετο «α» , «αφάγαμε ασταφύλια» - ερχόταν προς το χωριό από το δρόμο του κοιμητηρίου και άκουσε ψηλά από την εξώπορτα την Αγγελική να μιλάει φωναχτά με κάποιον ή κάποια από απόσταση τόση όση απέχουν τα σπίτια στο χωριό, έχοντας το καθένα και τον κήπο του.
Άκουσα και εγώ που έτυχε να είμαι εκείνη την ώρα έξω από το πατρικό μου και που η αυλή του βγαίνει μέχρι το δρόμο, αλλά ομολογώ δεν έδωσα καμία σημασία, σύνηθες φαινόμενο σε τούτο το χωριό η κουβέντα από μακριά, αλλά υποψιάστηκα, όταν η Αγιώτα, λεπτή όπως είναι και σβέλτη, πάρα τα εβδομήντα τότε , πάνω κάτω, χρόνια της, επιτάχυνε το βήμα και με ρώτησε με προσποιητή αδιαφορία « α με ποιόν αμίλαγε η Αγγέλω Θοδωρή;». Αν και δε φημίζομαι για την ικανότητά μου να διακρίνω προθέσεις πίσω απ’ τα λόγια, εκείνη τη φορά δε θα μπορούσα να μην προσέξω την ανησυχούσα ζήλεια που υπέκρυπτε ο δήθεν ράθυμος τόνος της φωνής της και αντί να πω, ως θα έκανα αυθόρμητα, «με τον Κώστα» - και ήταν ο Κώστας ο έρωτας και αδιέξοδο πάθος και καημός που είχε διασχίσει πολλάκις τα σαράντα κύματα φορτωμένος βάσανα και πόνο, μα πιο πολύ χλεύη και ειρωνείες, εδώ και εξήντα χρόνια της Αγιώτας - πήρε στροφή η κούτρα και η γλώσσα μου και είπα « με την Χριστίνα» - και ήταν η θειά Χριστίνα, δίπλα στο σπίτι μου και μεγαλύτερη στα χρόνια από την Αγιώτα, τύπος αριστοφανικός, Θεός σχωρέσ’ την, κοντή και χοντρή και αθυρόστομη και ιστορίες πολλές λέμε ακόμη στις παρέες στο χωριό και γελάμε με τα παθήματά της και τις μνημειώδεις ατάκες της, όπως τότε που βλέποντας να περνάει στο δρόμο ο νεοχειροτονημένος παππάς και υποθέτοντας ότι πηγαίνει να διαβάσει παρακλήσεις στα μνήματα, άλλο τώρα αν ο παππάς πήγαινε να ταίσει τις κότες του, πετάχτηκε φουριόζα και « έλα δω ρε που πάς έτσι με τα χέρια αδειανά… που είναι το πετραχήλι σου, που είναι το θυμιατό σου με την πούτσα σου θα λιβανίσεις;» - αλλά η Αγιώτα δε με πίστεψε …
- Ποια αΧριστίνα ρε αφού δε μιλιώνται
- Δε μιλιώνται; Και τι έχουν να χωρίσουν;
- Αμ που είσαι συ ρε… αξέρεις τίποτα;…σκοτωθήκανε..
- γιατί ρε Γιώτα;
- για έναν κόκκορα της Αγγέλως… Λάλαγε και ενόγλαγε τη Χριστίνα, δε μπόργειε να τον ακούει
- και τι έγινε;
- του ‘πε η αΧριστίνα.. « μα που τον κακό σκασμό να βγάλεις, μα που να πάρει ο διάολος τον τέντζερη που θα σε βράσει» και την άκουσε η Αγγέλω και για να σκάσει η Χριστίνα φώναξε στον κόκκορα « λάλα το πουτσούλα μ’ λάλα το» και από τότε ούτε να δει η μια την άλλη…
Αυτά κι έφυγε η Αγιώτα κατά το σπίτι της, σκοτεινιασμένη που δεν πήρε απάντησε τέτοια που να ησυχάσει την ανταριασμένη ζήλεια της ή που να της δώσει αφορμή να περάσει την Αγγέλω γενεές δεκατέσσερες , και εγώ έμπλεος περιέργειας και με πειραχτική διάθεση φώναξα… « θειά Χριστίνα είσαι σπίτι;» , «εδώ είμαι λεβεντάκο μου» , «έρχομαι να πιούμε καφέ» …
Άλλο που δεν ήθελε η θειά, άνθρωπος, της κουβέντας και της παρέας, φτιάνει καφέ και κάτσαμε στη βεράντα του σπιτιού της , φάτσα στον κήπο της Αγγέλως και τον κόκκορα
- Δε μου λες ρε θειά..τι άκουσα… είναι αλήθεια;
- Ποιο Θοδωράκο μου
- Που μάλωσες με την Αγγέλω… Μεγάλες γυναίκες και έχετε παρέα η μια την άλλη…
- Εγώ μάλωσα; Εκείνη την πιάνει το σιγενικό της και τρώγεται ούλη την ώρα.. μα να του πει « λάλα το πουτσούλαμ’ λάλα το» αντί να τον λαιμουργιάσει να βγάλει το σκασμό
- Μα και εσύ… δεν ήταν κουβέντα να πεις «μα που να πάρει ο διάβολος τον τέντζερη που θα σε βράσει» …
-Εγώ.. είπα εγώ τέτοιο πράμα; Να μη σώσω να σηκωθώ από την καρέκλα μου..
- Και τι είπες ρε θειά..
-Εγώ είπα να την πάρει ο διάολος εκείνη και να τον φάμε σούπα στην κηδεία της…
- Α τότε αλλάζει , είπα σκασμένος στα γέλια, ο κόσμος ότι θέλει λέει…άδικα σε κατηγόρησαν…
ΒΑΣΙΛΑΚΙ 4/7/2016

Σάββατο 25 Απριλίου 2020

Την εποχή του κορονοίού , ιστορία 1η

Η κόρη πάει επίσκεψη στα γονικά της…
-Μάνα η νύφη του Τάσου είναι με πνευμονία διασωληνωμένη στο νοσοκομείο… Την ψάχνουν για κορονοϊό…
- Φτού, φτού φτού… (και σταυρώνεται τρείς φορές… άλλλες τόσες σταυρώνει και τον γέρο της) …. Και συ τώρα τι ήρθες; Θες να μας ξεκάνεις;… (τρέχει παίρνει μια μάσκα και την φοράει)
- Βρε μάνα η νύφη του Τάσου είναι ..όχι εγώ…
-Κι εσύ δεν τον είδες τον Τάσο; Ογδόντα πέντε ο πατέρας σου , ογδόντα εγώ … μας βαρέθηκες;
-Όχι ρε μάνα… Ο Τάσος έχει δυο μήνες να δει την νύφη του… και όταν την είδε δεν είχε τίποτα….
- Κι αν ο Τάσος είναι συμπτωματικός;….
- Ασυμπτωματικούς και όχι συμπτωματικούς λέμε αυτούς που δεν έχουν συμπτώματα μάνα …
- Βρε άκου εμένα… Συμπτωματικοί είναι και δεν το ξέρουν και οι ίδιοι… από σύμπτωση κολλάνε και μετά κολλάνε και τον κόσμο γύρω τους… από σύμπτωση ζούμε ακόμα , από σύμπτωση θα μας στείλεις… (γυρνάει στον γέρο… Να έτσι τη φοράνε την μάσκα… τα κορδόνια πίσω από τα αυτιά) … Ο γέρος τα παίρνει
- Βρε άει σιχτίρ που θες να με πεθάνεις αμέτι μουχαμέτι…. Και κλείσε κι αυτό τον κερατά (το Χαρδαλιά) που τον βάζεις να με σκιάζει κάθε βράδυ..

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 23/4/2020

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

Ο κυρ Σπύρος

Και ήταν δίπλα στο κρεβάτι του Ανάλατου το κρεβάτι του κύρ Σπύρου, κοντά στα 90 ο κύρ Σπύρος. Και ήταν η μέρα που ο κύρ Σπύρος θα έπαιρνε εξιτήριο…. Από νωρίς κούτσα κούτσα συμμάζεψε τα μπογαλάκια του τα ακούμπησε στο κομοδίνο και περίμενε… Όχι πως είχε και καμιά ιδιαίτερη αίσθηση του χρόνου…. Τέσσερις το πρωί ξυπνούσε και με την τρεμουλιάρικη φωνή του ρώταγε ή αναρωτιότατανε… «ακόμη να φέρουν το γάλα;» … Ο Ανάλατος , όσο πιο στωικά μπορούσε του εξηγούσε… « είναι νωρίς ακόμη… κοιμήσου» και ο κυρ Σπύρος ξανακοιμόταν…. Έτσι φτάσαμε στο μεσημέρι της μέρας που θα γύρναγε σπίτι του και την ώρα που έφεραν το μεσημεριανό ήρθε και η σύζυγος του Σπύρου λίγο πάνω από τα ογδόντα θα έπρεπε να είναι… « Σπύρο ανασηκώσου να σε ταϊσω τη σούπα σου… «Μπορώ και μόνος μου» αντριεύτηκε ο Σπύρος… Για λόγους που μόνο αυτός ήξερε κατέβηκε από το κρεβάτι αργά αργά αλλά από την αντίθετη πλευρά από εκείνη που ήταν ο δίσκος με το φαγητό… Έψαξε τις παντόφλες του, ακούμπησε στο αναπηρικό μπαστούνι του και κίνησε να κάνει τον γύρω του κρεβατιού….
Ο Ανάλατος δίπλα πρόσεξε πως ο δίσκος με το φαγητό δεν «πατούσε» καλά πάνω στο κομοδίνο και είπε «μήπως θα ήταν καλύτερα να βάλετε το δίσκο επάνω στο κρεβάτι και ο κύριος Σπύρος να καθίσει στην καρέκλα να φάει;» … Ή δεν τον άκουσαν ή δεν του έδωσαν σημασία… Πάει ο Σπύρος να κάτσει στο κρεβάτι , παραπατάει και πέφτοντας χτυπάει το δίσκο… έπεσε ο Σπύρος στο μαξιλάρι και η πιο πολλή σούπα χύθηκε τον ώμο του και από εκεί στην δεξιά του μασχάλη…. Κάτι πήγε να πει μα έμεινε στη μέση και κουκούβισε σαν παιδάκι μην το μαλώσουν… Η σύζυγός του χωρίς να πει κουβέντα μάζεψε με το κουτάλι κα γύρισε με προσοχή το ρύζι από το κρεβάτι και τον Σπύρο στο πιάτο…. Και μόνο τότε είπε…
« Έλα Σπύρο μου…. Φάε τη σουπίτσα σου»
 «σημειώσεις» νοσηλείας

ΑΘΗΝΑ 10/11/2018

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Τρίτη 17 Απριλίου 2018

ΤΟ ΨΈΜΑ ΈΧΕΙ ΤΟ ΔΙΚΌ ΤΟΥ ΚΎΡΟΣ

Τα πιο αναγνωρίσιμα... των κυνηγών και των ψαράδων... τα πιο συμπαθητικά... των ερωτευμένων... κοινό τους γνώρισμα ...τα πιστεύουν πρώτοι οι ίδιοι... Τα πιο απεχθή... των πολιτικών και των απατεώνων... σου κλέβουν το ΝΑΙ ...
Ψάχνω εκείνες τις δύσκολες αλήθειες που είναι "πιο γοητευτικές και από τα πιο όμορφα ψέματα"...
Σε ένα καφενείο πριν αρκετά χρόνια δυό πολιτικά αντίπαλοι συγχωριανοί κουβεντιάζουν..
Λέει ο ένας... Πόσο είχε βρε το '74 το κρέας και πόσο πήγε μετά επί Παπανδρέου;
Λέει ο άλλος... Επί Αντρέα το κρέας ήταν πιο φθηνό, αυξήθηκε η κατά κεφαλή κατανάλωση κρέατος δεν τα θυμάσαι καλά τα πράγματα...
Στράφηκαν στον καφετζή επιζητώντας την δική του μαρτυρία και ο καθένας την προσωπική του δικαίωση.. "Πόσο είχε Θανάση το κρέας το '74;"..
...και ο "διπλωμάτης" καφετζής που δεν ήθελε να χάσει κανέναν από πελάτη...
"Εγώ το '74 κρέας δεν έφαγα και να με συμπαθάτε"....

ΒΑΣΙΛΆΚΙ 1/4/2018

ΜΙΚΡΉ ΕΙΣΑΓΩΓΉ ΣΕ ΔΙΉΓΗΜΑ

Απόκληρος της ομορφιάς και μόνος, αδικημένη από την Φύση η φτιάξη του, καθόταν στο σκαμνάκι του, από την μέσα μεριά της πόρτας του, στην σκιά να μην φαίνεται, και από εκεί, το χαμόσπιτό του, έβλεπε στον δρόμο τις γυναίκες να περνούν και μαράζωνε.. 
Ήταν μια τυράγνια η ζωή του, οι πνιγμένες πεθυμιές του, κόντευε τριάντα και γυναίκα δεν είχε σιμώσει… Ο πατέρας του με το που τον είδε παράτησε και γυναίκα και παιδί και ούτε ξανά ακούστηκε η εντουρά του… Μόνο η μάννα του τού σίμωνε, όσο ζούσε, και εκείνη πάλι του μίλαγε απότομα, σαν να μην τον ήθελε… « Α ρε κακομοίρη μου... που έφταιξα και βγήκες έτσι… τι αμαρτίες πλήρωσα.. έλα να σου πλύνω το μούτρο να ξεμαγαρίσει μπας και ξεγελάσουμε τον ήλιο και τον κόσμο»… αλλά ούτε τον ήλιο, ούτε τον κόσμο ξεγέλασαν και, με την σκληρότητα που έχουν τα παιδιά, σαν πήγε σχολείο τον απέφευγαν τον χλεύαζαν του έφτυναν κατάμουτρα κουβέντες…. Πως σαν τον Μούργο το σκύλο ήτανε… πως ούτε χελώνα δεν είχε το καμπούριασμά του… πως σαν του βοδιού είχε τα μάτια… Δεν άνεξε… Παράτησε σχολειό και δασκάλους και όλη μέρα γκιζέραγε στα ρέματα ψάχνοντας για καβούρια επειδή και οι μεγαλύτεροι είναι ίδιοι με τα παιδιά έτοιμοι να ειρωνευτούν να κοροϊδέψουν, έτοιμοι να μετρήσουν την δική τους υπεροχή πάνω στην καμπούρα του, όπως κάνουν όταν δοκιμάζουν την εξυπνάδα τους πάνω στην μειωμένη αντίληψη του χαζού… και με τον καιρό χαζό κατάντησαν και τον ίδιο, έτσι αποκομμένος από τον κόσμο που ήταν πως ν’ ακονίσει το μυαλό του..Καμιά φορά τύχαινε να τον πάρουν για καμιά δουλειά… αγγαρεία δηλαδή, όχι τίποτα σπουδαίο και να του έδιναν και καμιά δραχμή… και πάντα λειψή ήταν η πληρωμή του… όλα λειψά… και στο ζύγι και στην ζωή και τα μυαλά του….

ΒΑΣΙΛΆΚΙ 11/3/2018

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

ΕΙΣ ΜΝΉΜΗΝ

... Και τί έκανες για να θέλεις τον παράδεισο;... ρώτησε ο άγιος
- Μεγάλωσα και σπούδασα τρία άξια παιδιά... με τις πλάτες μου... 
ψιθύρισε με χαμηλωμένα μάτια ο Λάκης...
... Κι έσκυψε ο άγιος... και φίλησε το χέρι του πατέρα...

ΒΑΣΙΛΆΚΙ 30/12/2017

Ο ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ

Ήταν, εκείνα τα χρόνια, ένας πλανόδιος καλαντζής, Αποστόλη τον λέγανε, που γύρναγε τα χωριά και γάνωνε, ταψιά, τεντζερέδες, λεβέτια, τσουκάλια, τέσες για το άρμεγμα κι ό,τι άλλο χάλκωμα. Έφτανε και εδώ στο χωριό και γύρναγε τις ρούγες φωνάζοντας " ο καλαντζής, παλιά χαλκώματα γανώνωωωωω", είχε ένα παλιοσέντονο,, λερό από τις μουτζούρες έβανε μέσα τα συγχέρια που του έδιναν οι νοικοκυρές για γάνωμα, τα σήκωνε ανατσούμπαλο μπόγο στην πλάτη και πήγαινε σε κάποιο αυτοσχέδιο κατάλυμα που κάποιος, κάθε φορά του παραχωρούσε, το πίσω μέρος κάποιας αποθήκης ή, αν ήταν πιο φιλότιμος και μέσα στην αποθήκη...
όλη μέρα γάνωνε και το απόγευμα γύριζε από σπίτι σε σπίτι να δώσει τα γανωμένα και να πάρει τα λίγα λεφτά του κόπου του και κατέληγε στο καφενείο του χωριού, όπου ζήταγε και του φτιάνανε κάτι πρόχειρο για φαϊ , κανένα αυγό συνήθως στο τηγάνι, λίγο τυρί, ψωμί, και αν η δουλειά είχε πάει καλά και καμιά τσιγαρίδα... και πάντα στο τραπέζι το κατρούτσο το κρασί με δυό ποτήρια... καθόταν έτρωγε έβανε κρασί στα δυό ποτήρια τσούγκραγε και χαιρέταγε
- Εβίβα καλαντζή
-στην υγειά σου Αποστόλη.....

ΒΑΣΙΛΑΚΙ 26/12/2017

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

ΛΙΤΑΝΕΊΑ

Πλησίασε το τέλος της πομπής. Στην κεφαλή είδε δυο να περπατάνε κρατώντας μια μεγάλη εικόνα.. ακολουθούσε ο παππάς και οι ψάλτες... Ρώτησε εκεί τους τελευταίους τι γιορτάζουν... - Δεν είναι γιορτή του απάντησαν -Λιτανεία κάνουμε... Από το Φλεβάρη έχει να βρέξει. Ξεράθηκε ο τόπος.Τα δέντρα τα φυτά δεν θα αντέξουν... τα ζώα δεν βρίσκουν χορτάρι. Είμαστε σε απόγνωση.
Έφυγε χωρίς να πει λέξη. Μόνο που φεύγοντας πρόσεξε πως ούτε ένας δεν κρατούσε ομπρέλα.. Χαμογέλασε και είπε για να τον ακούσει ο εαυτός του...
" Κανείς τους, παρά την απελπισία τους, δεν πιστεύει πως με την λιτανεία θα βρέξει.... ούτε ο παππάς" ...

ΑΘΉΝΑ  4/9/2017

Τρίτη 30 Μαΐου 2017

ΠΡΟΣΚΎΝΗΜΑ

Περπάτησα από την μεριά του ποταμιού μέσα από ένα διάδρομο  από θερισμένο, κίτρινο και ξερό, χορτάρι.. κι είχα στα δεξιά μου ένα αυλάκι βαθύ και  έναν άντρα   άγνωστό μου, μεσήλικα που έσκαβε… Είμαι ο Βασίλης μου είπε και  χωρίς καμία άλλη ένδειξη έφερα στο νου μου έναν και μοναδικό Βασίλη από  κοντινό χωριό… α ο Βασίλης από το….  μονολόγησα μέσα μου και ανηφόρησα κατά το εκκλησάκι, πάνω από τα  χέρσα ποτιστικά,  και μπήκα σε έναν ισόγειο  ανοικτό περίγυρο με την εικόνα  για προσκύνημα όπου με πλησίασε η γυναίκα που μου έβαλε στα χέρια δυο ψωμιά ζεστά, αμίλητη και χάθηκε  στο σούρουπο και το αδυνατισμένο φως του… Βγήκα με πρόθεση να ανέβω στην πάνω αυλή, χωρίς να παραξενευτώ καθόλου για την πάνω αυλή ενώ ήξερα πως ποτέ  πάνω αυλή δεν υπήρξε και όμως ήταν εκεί και ανέβηκα και μπήκα και  είδα, πάλι , την γυναίκα  με γερασμένο πρόσωπο, όμως με κορμί  νέο και σφριγηλό και δυο στήθη  πέτρα και πολλά "χρυσά"  στο λαιμό και τα χέρια, όπως ανατολίτισσα χορεύτρια  και μου μίλησε με λόγια ταπεινά, χαμηλωμένα, έτσι που με κοίταζε ίσια στα μάτια και εγώ απόστρεψα το βλέμμα να μη βλέπω  από τη μέση και πάνω τη γύμνια του κορμιού της και έχασα όλα τα λόγια της μα μου εντυπώθηκαν τα στήθη  και το πρόσωπό της, ίδιο τσιγγάνας  ρυτιδιασμένο και σκληρό  και πονεμένο, και ακόμη η αίσθηση πως είμαι σε τόπο γνωστό και ήταν ο τόπος  η δική μας η Παναγία της Πετράδας….

ΒΑΣΙΛΑΚΙ  30/5/2017