Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΣΩΤΉΡΗΣ

Αναδουλειά και αφραγκιά
τα πόδια του μολύβι
τον πήγανε στο μαγαζί
παράγγειλε ένα κρασί
και το ‘πιε ξεροσφύρι
Τα μάτια στο ποτήρι
τα σφήνωσε και μείναν ‘κεί
να σκέφτεται «μπατίρη
πως σε κατάντησε η ζωή»
τα χέρια στο σαγόνι
κρατάνε το κεφάλι του
που πέφτει από τη ζάλη του
μέσα ο καημός τον λειώνει
σ’ άλλο κρασί τον σπρώχνει
Τον μαγαζάτορα καλεί
το δίφραγκο του δείχνει
και με τα μάτια τον ρωτά
«αυτά τα μόνα μου λεφτά
ακόμη ένα αν μπορείς
αν έχεις καλοσύνη»
κι αυτός το ίδιο σιωπηλά
ένα κατρούτσο του γιομά
πιάνει και ένα ποτήρι
και την καρέκλα του σιμά
φέρνει... μην είναι μόνος στο σεβντά
και το κεφάλι του ακουμπά
σ’ εκείνο του Σωτήρη
να μην τον παρασύρει
το κλάμα του που είναι βουβό
για τον δικό του τον καημό
Και πέρασαν ώρα πολλή
αμίλητοι οι δυό μαζί
ο κάπελας κάποια στιγμή
σηκώνεται και βάνει
δυό τρεις σαρδέλλες αρμυρές
κι ένα πιατάκι με ελιές
που τις τραβάει το κρασί
και στο παλιό γραμμόφωνο
μια πλάκα πονεμένη
του Μάρκου ένα ντουζένι
« δικό σου ρε Σωτήρη
μη μου χαλάς χατήρι»
Σηκώθηκε σκυφτός αργά
η ζήση του σαν τον χιονιά
μέσα στον ψεύτη τον ντουνιά
να τον χορέψει ζεμπεκιά
ο πόνος του είναι μαχαιριά
πως βαλαντώνουν την καρδιά
τα βάσανά του τα πολλά
Το ένα βήμα του κουτσό
το πόδι στον αέρα
και λίγο παραπέρα
τον πήρε το παράπονο
και το κορμί του γέρνει
πάνω στον ένα του γοφό
χτυπάει το χέρι του στη γη
μέσα της να ‘τανε να μπει
Να ΄ταν τα χέρια του φτερά
να τον σηκώνανε ψηλά
αυτόν που όλο πέφτει
και γλιτωμό δεν έχει…
ΑΘΗΝΑ 3/12/2016
Δημοσίευση σχολίου