Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

ΕΞΌΔΙΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΊΑ

-Μά , έκανε να πει ο παπα Σταμάτης…
- Αρχίνα παπά τον αντίσκοψε ο Μαθιός, επίσημος διερμηνέας , που μπαινόβγαινε ελεύθερα στο τοπικό διοικητήριο των γερμανών και που στις έξη τα ξημερώματα πήγε και πήρε τον παπά από το σπίτι του να πάει να ψάλλει, ψηλά στο ‘ξωκκλήσι του Άη Ζαχάρη , κάποιον που εγκατέλειψε, έτσι του είπε, τα εγκώσμια… Ποιός; είχε αποκοτήσει την ερώτηση ο παπα Σταμάτης μα και τότε δεν πήρε απάντηση.. – Πάμε παπά και μη ρωτάς… όταν θα ΄ρθει η ώρα θα μάθεις… κίνα…. Και κίνησαν μπροστά οι δυό τους πίσω και πλάι τους καμιά δεκαπενταριά γερμανοί με τα όπλα « ανά χείρας»… Φτάσανε στην εκλησιά μπήκαν μέσα και νεκρό δεν είδαν… Ξαναγύρισε απορημένο το βλέμμα του ο παπάς μα και πάλι έμεινε με την απορία… Αρχίνα , πήρε την εντολή, μπήκε στο ιερό και έβαλε μπροστά την λειτουργία.. – Ευλογητός ο Θεός ημών… άμωμοι εν οδώ… ευλογητός ει Κύριε δίδαξόν με… έτι δεόμεθα υπερ αναπαύσεως του κεκοιμημένου δούλου σου… ποιού; ξαναρώτησε με τα μάτια ο παπά Σταμάτης και πάλι συνάντησε βλέμματα παγερά και αδιαπέραστα και κατάλαβε πως καλλιά του ήτανε να συνεχίσει έστω και χωρίς το όνομα του κεκοιμημένου και διάβαζε και έψελνε και μέσα του τον έτρωγε απορία και ανησυχία γίδα μαύρη και όλο κοίταγε κατά την πόρτα μη και έρχονται , μη και κουβαλάνε τον μακαρίτη… τίποτα να ανεβαίνει το μονοπάτι… ούτε και όταν μαζί με το «όπως Κύριος ο Θεός τάξει την ψυχήν αυτού ένθα οι δίκαιοι αναπαύονται» έφτασε μέχρι το παραπόρτι του ιερού και ανοίγοντάς το είδε απέξω τρεις γερμανούς στρατιώτες παραταγμένους ,έβγαλε συμπέρασμα.. Μόνος δίχως ψάλτες και επιτρόπους , δίχως κεριά και καντήλια να καίνε έψελνε και έσπαγε το κεφάλι του να βγάλει άκρη ώσπου κάτι πήρε το μάτι του που είχε σκύψει ο γερμανός επικεφαλής στ’ αυτί του Μαθιού και... « συντόμευε παπά… δε θα τα πεις κι ούλα» και συντόμευσε ο παπάς και κατέβηκε από το ιερό και κίνησαν για την επιστροφή, πάλι όλοι μαζί , μπροστά ο παπάς και ο διερμηνέας , πίσω και πλάι οι γερμανοί και βάδιζαν άκρη άκρη στο ρίζωμα του χαρακιού και δεν άντεξε άλλο ο παπα Σταμάτης ρώτησε « πες μου μπρε ποιανού κηδεία ήταν;» και πριν αποσώσει το λόγο του « η δική σου παπά» και έσπρωξε ο γερμανός με το κοντάκι τον παπα Σταμάτη στο γκρεμό και χάθηκε με μια κραυγή γοερή που αντιβουίξαν ένα γύρω τα φαράγγια…
Στα ύστερα χρόνια ο επισκέπτης μπορούσε να δει στο ταπεινό κοιμητήρι του μικρού εκείνου ορεινού χωριού τον τάφο του Μαθιού να λάμπει ντυμένο μαύρο γρανίτη από το μαξούλι που έκανε από τα σούρτα φέρτα του με τους γερμανούς… και οι ξένοι ρώταγαν και λόγο καλό από στόμα χωριανού για το Μαθιό δεν άκουσαν … και ξεκόλλησαν με τον καιρό τα μαύρα μάρμαρα… και φάνηκαν κάτω από το φτενό λούστρο πέτρες και χώματα φτηνιάρικα και λασπερά σαν την ψυχή του…
ΒΑΣΙΛΑΚΙ 29/8/2016
Δημοσίευση σχολίου