Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

ΣΤΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ

Μια Αθήνα μέσα στην Αθήνα
 σκουντουφλάνε  πάνω της οι καθώς πρέπει
προσποιούνται  πως την αγνοούν
εκπλήσσονται
όπως τότε στην αφετηρία  για τα δυτικά
Ζήνωνος  που το λεωφορείο αργούσε
 και ο κόσμος  να χειρονομεί
να διαπληκτίζεται  και δεν είχε πάει
 ούτε μια στάση που ο τσιγγάνος
ξηρομερίτης στη μορφή και το ντύσιμο
λιγνό μουστάκι και ριγέ κουστούμι
και λάδι στα μαλλιά
 έβγαλε το κλαρίνο του και έπαιξε ατάραχος
 το « παιδιά μ’ γιατί  ‘στε ανάλλαγα»
ένα πανδαιμόνιο γύρω του
 και να γυρίζει με το πιατελάκι
 κάτι λίγα πενηνταράκια 
 φτωχός ήχος από τσίγκο και   μπακίρι

και την άλλη φορά
που μπήκε ένας  άστεγος
 άπλυτος και αξύριστος μήνες
 και κάνανε πηγάδι γύρω του αφήνοντας κενό
 μην τον ακουμπήσουν και μη τους ακουμπήσει
τόση πολλή  λέρα
και κοίταζαν όλες και όλοι
όξω και πάνω  από τους ώμους του
 και κάποιοι άνοιξαν τα παράθυρα
 σαν να μην υπήρχε ώσπου μπήκε μέσα
 ο αλβανός  και δίχως  συστολή καμία
 άνοιξε το σακκίδιο και έβγαλε
 ένα αποσμητικό χώρου
 και ψέκασε  τον άστεγο κατάμουτρα
 και γύρω  από την πλάτη και τα πόδια του
χαμόγελα και χάχανα

σαν τότε στην Κάνιγγος
 χειμώνας και πρωί και χιόνιζε που μπήκε
 μια κοπέλλα τριάντα τριανταπέντε
 με ένα τσίτι καλοκαιρινό  ξεκάλτσωτη
και ούτε κλάτσαρο  στα πόδια τα γυμνά
 και  όλες  και όλοι κοίταζαν ξανά αλλού
σαν να μην  έβλεπαν τις χιονίστρες
 στα χέρια και τις γάμπες της
σαν να μην έβλεπαν τα άδεια της τα μάτια
 και αδιαφορώντας  που  τα τακούνια
και οι σόλες τους  μάτωσαν τα νύχια
και τα δάχτυλά της,
« που διάολο πήγαινε έτσι αξάγκλιγη
 πρωί πρωί και μπερδεύεται στον κόσμο
 που πάει στις δουλειές του,
ούτε που να πατήσουμε δεν έχουμε
 καμιά λωλή  θα ‘ναι
γαμήσι που θέλει να ΄ρθει να στανιάρει»
κουβέντες φτηνές και αδιαντροπιά
τέτοια αναλγησία

και η  νυχτερινή γραμμή
 « Πειραιάς Κηφισιά»
για όσους δουλεύουν
Σαββατοκύριακα και νύχτα
 περνάει από την Αθηνάς
και αφήνει Πακιστανούς
και άλλους που τρυπώνουν
στα εγκαταλειμμένα της Ευριπίδου
 και στα γύρω στενά
 καθάρισαν την Κουμουνδούρου
 πλατεία Ελευθερίας πια
«τους βάλανε και λεωφορεία τώρα
 να τους φέρνουν τη νύχτα στις  πουτάνες,
που μας καταντήσανε,
άει σιχτίρ πια γιόμισε ο κόσμος
γλίτσιδες  θα μας κολλήσουν τίποτα»

Η Αθήνα κάτω από την Αθήνα
σκαθάρια στα σκατά,   στις άκρες
 απ’ τα πέλματα των νοικοκυραίων ,
στους κάδους με τα λίγα αποφάγια,
αρουραίοι που σκορπάνε
 το ίδιο ξαφνικά όπως φανήκανε…

ΑΘΗΝΑ 20/6/2016
Δημοσίευση σχολίου