Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

ΕΙΚΌΝΕΣ

Ο γέρος που τον ξέχασαν

κάθεται σε μια παλιά καρέκλα
 κοντά στην οξώπορτα
ακούει τη ζωή που βιάζεται
 γύρω του
ο καταρράχτης δεν τον αφήνει
να δει κατά που χάνονται
 οι φωνές…

Η πόρνη από απόγνωση

περπατάει χωρίς να στρέψει
το βλέμμα
αρνείται τα μάτια
που την παραμονεύουν
τα λόγια στ’ αυτιά της
 μέχρι που ξεκλειδώνει
 η πόρτα της
πέφτει στον καναπέ
το κεφάλι της
στα δυό της χέρια

Τα παιδιά  τα ξυπόλυτα

τα καλοκαίρια
δίχως άλλο ρούχο
μέσα στα μαύρα τριμμένα
 σώβρακά τους
ιδρώτας και σκόνη
 λάσπη στα πόδια τους
 στα χέρια στα μούτρα τους

Άθλια συνοικία

ξεχασμένη
σοκάκια  και σκουπίδια
 και κάτουρα
εγκατάλειψη
και σπασμένες πόρτες
και σαβούρα στοιβαγμένη
 στις μεσαυλές
η παραίτηση
που λιμνάζει
το ψωμί που λείπει

από πού να πιαστούν…

άκουσαν κάποιον να λέει

«ονειρεύτηκα πως έτρωγα
 βραστές πατάτες» …

ΑΘΗΝΑ  19/6/2016

Δημοσίευση σχολίου