Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

ΚΑΡΤΕΡΙΑ

Χειμώνας  κι  ακουμπισμένο σ’ είχαν
στη ρίζα της μουριάς
όξω απ' το μαγαζί…
τα χέρια σου κομμένα σχεδόν από τους ώμους
τα πόδια σου απ’  τα γόνατα
μπροστά σου το πλαστικό ποτήρι

Σ’ έβλεπα εκεί την κάθε μέρα
στην  ίδια  πάντα στάση  …

Πλησίασα  και σκύβοντας  άφησα ένα κέρμα
δε μίλησες μόνο με κοίταξες ίσια βαθιά στα μάτια
εκτίμησα που δε ξέπεσες σε λόγια ευγνωμοσύνης
φτηνά συνηθισμένα
ήταν η ώρα που ‘πιασε η βροχή
ο κόσμος τάχυνε το βήμα του
μα εσύ ατάραχος  δίχως να παίξει
στιγμή το βλέφαρό σου
έστειλες  το βλέμμα σου  κάπου μακριά
να βασιλέψει
έτσι καθώς κατέβαινε ποτάμι το νερό
απ’ τη μουριά στο  πρόσωπο και το κορμί σου...

Άλλη φορά δε σ’ είδα
ούτε ποιοι σ’ έφερναν ούτε και ποιοι σε πήραν
ποτέ μου έμαθα

μόνο τα καρτερικά   σου μάτια  έμειναν
 μόνο το πρόσωπό σου να θυμάμαι
 άλλοτε σαν υπομονή μα πιο πολύ σαν αξιοπρέπεια….

ΑΘΗΝΑ 13/1/2016
Δημοσίευση σχολίου