Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

Αγαπημένη  μου…

Πέρασε καιρός από το τελευταίο μου γράμμα. Χρόνια.. κι αν πήρα την απόφαση να σου γράψω ξανά είναι γιατί είναι βαριά η θλίψη. Κοιτάζω , τραβώντας λίγο την κουρτίνα, τα γεγονότα να εναλλάσσονται  απαράλλαχτα κουβαλώντας την ίδια αλαζονεία, την ίδια αμετροέπεια, την ίδια ασύδοτη έπαρση των ανθρώπων της εξουσίας, όπως τότε τη χρονιά της « πρώτης φοράς αριστερά» θυμάσαι; , τότε που οι εκπρόσωποι του κατεστημένου , μετά το πρώτο μούδιασμα , οργανώθηκαν σε ένα μεγάλο ψέμα, σε μια  πλημμύρα λάσπης και μέσα από τη λόχμη των κραυγών και τους αλαλαγμούς θριάμβου, δίχως ένα στοιχειώδες εμφανές  έρεισμα  στην αλήθεια, εφόρμησαν, αγέλη ύαινες, στο αδύναμο σώμα της πατρίδας, εφόρμησαν στο λεηλατημένο σώμα της πατρίδας με ιαχές , όπως είπα, συκοφαντιών « κάτω οι ψεύτες» , όχι οι κλέφτες, δείχνοντας την πρώτη άλλη κυβέρνηση  «να να  σας εξαπάτησαν , δεν έκαναν όσα σας υποσχέθηκαν είναι ίδιοι μ’ εμάς, όχι όχι είναι χειρότεροι από εμάς, εμείς δεν σας υποσχεθήκαμε τίποτα, εμείς δεν αθετήσαμε το λόγο μας, δεν είχαμε λόγο να αρθρώσουμε, δεν είχαμε καν λόγο,  ούτε αντίλογο» και σύρθηκαν ξανά γύρω από την εξουσία, διαστρεβλώνοντας και διασύροντας έτοιμοι για την τελική έφοδο, είναι βαρύς ο αέρας και απλώνεται και μας τυλίγει σα μελαγχολία, για αυτό σου λέω μην ανοίγεις τα παράθυρα , μη βγαίνεις στην αυλή, αυτά που ήξερες δεν είναι πια, μόνο μια απέραντη σταχτιά μοναξιά, μόνο ερημωμένοι δρόμοι, ερειπωμένες ψυχές, παραμονεύει ο θάνατος κι αν τόλμησα να φτάσω μέχρι το παράθυρο, κι αν τόλμησα να τραβήξω ελάχιστα την κουρτίνα είναι γιατί με συνεπήρε η νοσταλγία, να δω ψηλά από το μπαλκόνι της καρδιάς, ξανά κατά το μέρος που ήταν τότε η θάλασσα, ξανά κατά το μέρος των νησιών, τότε που κατέφτασαν οι τυχάρπαστοι που τάχα μ’ η πατρίδα τους χρώσταγε και με τη δύναμη και την απειλή της πείνας  αποκατέστησαν στο θρόνο της την κυβέρνηση  της αδικίας , άπονη και ανάλγητη, και πήραν να πουλάνε και πήραν να φορτώνουν  σε καμιόνια   και απόμεινε  η θάλασσα μια κοίτη στεγνή, σαν  ηφαίστειο σβησμένο μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι κι η λάσπη ξεράθηκε στον ήλιο, τρίφτηκε στον ήλιο, μια έρημος σκόνης που φύσηξε και σκέπασε σα λιγοθυμιά και σαν ομίχλη τον καιρό και    έφτασε σε κάθε σπίτι  και κάθε γωνιά σαν ένα μεγάλο κύμα απαισιοδοξίας  που κατέκλυσε και σάρωσε τις  ζωές και τις ελπίδες μας  και σάρωσε το λίγο φως και σκοτεινιάσαν πιο πολύ οι μαυρισμένες ψυχές μας
κι οι  σύντροφοι ξανά  να ερίζουν για το κλάσμα του κλάσματος της σωστής γραμμής κι άλλοι σύντροφοι αφέθηκαν να ξεχαστούν  στα παλάτια της Κίρκης...

Αγαπημένη μου

Παραδομένος στη μοναξιά και στο  παράπονο προσμένω  μια χειρονομία, μια  κίνηση, ένα νεύμα να βγω στου δρόμους ξανά να ενωθώ με τη θάλασσα των απελπισμένων να ενωθώ με τη θάλασσα της οργής του « ως εδώ» , όπως τότε, θυμάσαι; , που άλλοι απελπισμένοι φώναξαν « εδώ και τώρα» και  έγινε, θυμάσαι;,   «εκεί και τότε», πώς να νικήσω τούτη την κατήφεια, πώς να νικήσω την υποψία πως πάλι μας τάζουν πώς να νικήσω την πίκρα πως είμαι αναγκασμένος  να καταβάλω ενοίκιο για τούτη την πατρίδα, για ότι απέμεινε από τούτη την πατρίδα για αυτό σου λέω αγαπημένη, για αυτό σου γράφω  καιρός να σηκώσουμε τα κυρτωμένα κορμιά μας καιρός να ορθωθούμε και να  υπερασπιστούμε  με τη φωνή και το αίμα μας  την τιμή και την αξιοπρέπεια  μας…

Ονειρεύομαι μια αντίσταση που θα ξεχυθεί και θα ξεπλύνει τη ντροπή και την υποτέλεια…
Ονειρεύομαι, αγαπημένη μου, μια πατρίδα τριανταφυλλένια σαν τα χείλη σου, δοτική και γλυκιά σαν αγκαλιά και σα μάννα… έτσι θέλω να είναι έτσι θέλω να την θυμάμαι… να σε θυμάμαι….

ΑΘΗΝΑ 2/8/2051* (2015)
Δημοσίευση σχολίου