Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Φιλί


Ήμασταν, λέει,  ψηλά κι ήταν ο τόπος πέτρα
 και σκληρός σαν από λάβα
 και γυμνός και  γύρω  ένα μπλε σκούρο και βαθύ
 έτσι καθώς έφτανε  μέσα απ’ τη νύχτα και τα σύννεφα
 το φως  απ’ άστρα μακρυνά  αχνό   και λιγοθυμισμένο
 και κάτω μακριά βλέπαμε την πολιτεία
  με φώτα κίτρινα  και πάλι μπλε
τη θάλασσα και το λιμάνι  ράθυμo κι ακίνητο
κι ως πέρα την ακτογραμμή άξενη και γρανιτένια
και με αέρα  ακύμαντο και καθισμένο
σαν  μέσα από καταχνιά και φόβο
 σαν άπνοια  και προαίσθημα  μουντό

μα πήραμε ν’ ανεβαίνουμε  γυρνώντας την πλάτη
στη θάλασσα και το κακό κι όλο πηγαίναμε
μέσα από θάμνους χαμηλούς  κι απ΄’ αγκισάρους
 και απ’ ασπάλαχτα και πιο ψηλά
 ήτανε πεύκα σκιερά και ξέφωτα μ ‘ ελιές κι ένα δρόμο
που δεν ξέραμε κατά που ήταν τ’  άγνωστο
 και που ο κόσμος μα πάλι διαλέξαμε την ανηφόρα
 κι ούτε κατάλαβα πως έγινε και χάθηκαν οι άλλοι
 κι έμεινα μόνος στο δρόμο  μόνο που είδα
 να ‘ρχεται από την άλλη μεριά με τα θερισμένα χωράφια
η Ρουμπίνη ροδοκόκκινη και γελαστή
με τα μαλλιά της μαύρα και σπαστά
δεμένα κώτσο, ως το συνήθιζε και μ’ ένα μαύρο  τσιτωτό
βαμβακερό μπλουζάκι και με τη μαύρη φούστα της
το ίδιο σεμνή και μαζεμένη όπως την ήξερα παιδί
το ίδιο πρόσχαρη και γελαστή
μου χαμογέλασε και μου’ πιασε τα χέρια
εγκάρδια και ζεστά  κι έσκυψε και με φίλησε
 στα δυό μου μάγουλα και μόνο που με κοίταζε
χωρίς να πει κουβέντα ίσα βαθειά στα μάτια μου…

Η Ρουμπίνη…. Σαράντα τόσα χρόνια πεθαμένη…

ΑΘΗΝΑ 3/2/2015

Δημοσίευση σχολίου