Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Κι όσο  η ώρα σίμωνε για να την συναντήσει

πως τάχαιναν οι χτύποι της καρδιάς του

γοργόφτερα κι ανάλαφρα που τού 'γιναν τα πόδια....

 

Κι ως ακροπάτιε κι έφευγε,  η Τσιμισκή,

ίδια η λαχτάρα του έμοιαζε και πήγαινε

πάντα δυο βήματα μπροστά και μόνο

στο ύψος της Καρόλου αντίσκοψε το βήμα

μια στιγμή  ψάχνοντας τη στάση την παλιά

για το Πανόραμα, μνήμες γλυκές και πόνεσε,

τόσα χρόνια,τι να 'γινε εκείνη η κοπέλλα

 που  τάχαμ' τον αγάπησε

γιατί ήταν, λέει, σαν κάποιο άραβα

του σινεμά φτυστός, έτσι μελαχροινός και σκούρος

κι έφηβος και ντράπηκε πολύ και δεν την ματαείδε...

 

Κι έφευγε,   πάντα μπροστά  η λαχτάρα του

μαζί με τ' όνειρα του, τόσων μηνών οι προσμονές

και πως να τις  κρατήσει και το βλέμμα του

ίσαμε πέντε οργιές πάνω από τα κεφάλια

των περαστικών κι ούτε στιγμή σταμάτησε

σε πρόσωπα άλλα ν' αμφιβάλλει

μέχρι το τελευταίο πέταγμα σαν έφτασε

 στο έμπα της πλατείας Την είδε που περίμενε

ανάμεσα στον κόσμο και παρευθύς το χέρι

σήκωσε ψηλά και γλύκαναν τα γελαστά του μάτια

 

"εδώ είμαι"

 

 

Κι εκείνη τ' αποκρίθηκε μ'  αθώο και σαν κόκκινο ένα

 χαμόγελό τη ς που το 'στειλε ν' ανταμώσει ένα δικό του

 

 " εγώ είμαι"

 

χελιδονάκια χαρωπά και φέρναν βόλτες

και σκούνταγαν  τον άνεμο π' αναρριγούσε

και ράγιζε κι εκείνου η καρδιά του

κι ήτανε όλα γύρω του  γαλαζωπά

σα θάλασσα και ουρανός και ωραία

Πως φεγγανε τα μαύρα της τα μάτια

Τα μαύρα της τα ρούχα πως την έντυναν

πλούσια μαλλιά  και πλούσιο στήθος

τα δυο της χείλη κερασιά και φλόγες

έγειρε και τη φίλησε, το στόμα του

 απαλά στα μάγουλά της

 

Η ώρα δυό  το μεσημέρι....

 

ΑΘΗΝΑ  20/07/2013





Δημοσίευση σχολίου