Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

ΤΣΙΓΓΑΝΑ

Τσιγγάνα έρχετ’ από πέρα ντυμένη το τραγούδι της...
Το φως φορεί και τον αέρα και λόγια μοσχομύριστα….
Στα καλντερίμια που περνάει χτυπάνε τα τακούνια της…
Κι είναι η θωριά της σαν αλήθεια πάνω σε πέτρα κεντημένη..
Μαύρα μακριά ΄χει τα μαλλιά, τα μάτια της στάζουν φωτιά…
Τα δυό της στήθη ανθοβολιές και στεναγμοί της ρίγανης…
Λένε στη μέση πως φορεί πιστόλα ασημοστόλιστη
και στου ποδιού την καλτσοδέτα μια δίκοπη γαμψή φαλτσέτα

Τρέχω να βγω στη δημοσιά τη στράτα τη βασιλικιά…
Την πρόφτασα στην ποταμιά να ξαποσταίνει στις ιτιές…
Βγαίνω μπροστά της τής μιλώ, γονάτισα στα πόδια της…
Σα να ‘μουνα στην εκκλησιά, μα μπρος σε τόση ομορφιά
μπερδέψανε τα λόγια μου και γιόμισε το στόμα μου
όλο λουλούδια κόκκινα κι αηδόνια από το αίμα μου…

- Τσιγγάνα πού ‘θε ‘ν’ η γενιά σου, το  σπίτι και τα γονικά σου;

- Πέρα απ’ τους πέντε ποταμούς, την Αίγυπτο που λεν «Μικρά»
τούτο μονάχα ‘χω ακουστά πως είναι ο τόπος μας βουνά
κι ήταν  η φτώχεια μας πολλή, η πείνα και τα βάσανα…
κι ούτε τη γη  ορίζαμε ούτ’ άνθρωποι λογιώμαστε..
Χρόνοι χίλιοι και βάλε που κίνησε η φυλή μου, ξυπόλυτη και κουρελού.
Πότε με χιόνια και νερά, πότε  με κάψα περπατά. Να ‘βρει άλλο
τόπο να σταθεί. Τόποι πολλοί στο διάβα μας,  κανένας δεν μας δόθηκε…

Σπίτια μας έχουμε οι τσιγγάνοι τους δρόμους και το καραβάνι…

Κι όταν ζητάγαμε ψωμί, νερό να ξεδιψάσουμε ,  πολλοί απολάγαν  τα σκυλιά
 να φύγουμε απ’ τη γειτονιά,  «γύφτοι και παίρνουν τα παιδιά»
Μας βγάναν απ’ την εκκλησιά, « γύφτοι τα φτιάξαν τα καρφιά»
Μονάχα πόνοι και διωγμοί   κι αμέτρητοι κατατρεγμοί,  μας κλείσανε
στις φυλακές, στους φούρνους  μας εκάψανε, στους τοίχους μας εστήσανε…
Σε πόλεμο δεν πήγαμε,  τουφέκι δε σηκώσαμε, άραγε σε τι φταίξαμε;…

Και σ’ όσες χώρες φτάσαμε μας είπαν μ’ άλλο όνομα
κατσίβελοι και σίντηδες, γύφτοι τσιγγάνοι, αθίγγανοι
κι άλλα πολλά  προσβλητικά κι είναι μονάχα στα χαρτιά,
 σα να μην είμαστε άνθρωποι, το που μας ‘δώκανε Ρομά, 
Σα να μην άκουσαν ποτέ  τα ντόμ, μανούχ και μελελέ …

Είπε και αναστέναξε και ένα δάκρυ κύλισε στο μελαμψό της μάγουλο….

Αμίλητος τη σκούπισα,  τα χέρια της στα χέρια μου τα πήρα και τα κράτησα….

Με μάγια δίχτυ έπλεξε και με φιλιά με τύλιξε…
Τίναξε πίσω τα μαλλιά της, ανέμισμα της λυγαριάς…
Αστράκια ρόδια ανάψανε και κάθισαν στα χείλη μας..
Έβγαλε το πουκάμισο της, τη φούστα της την κλαρωτή…
κι ύστερα τα λινά της όλα στην  άκρη από τον καλαμιώνα..
-Ούτε πιστόλα φόραγε ούτε φαλτσέτα φάνηκε…-
Έβγαλα κι όλα τα δικά μου, ποθώντας να γενεί δικιά μου
Στα βαθυπράσινα νερά καθρεφτιστήκαν δυο κορμιά…

Χάδια δειλά κι ανασεμιές και πόθοι ανομολόγητοι….

ΑΘΗΝΑ  19/6/2013

Δημοσίευση σχολίου