Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ




Δε θυμάμαι πως έγινε και χαιρετηθήκαμε την πρώτη φορά. Το πιθανότερο να του χαμογέλασα, όταν ξαφνικά, μάλλον, έστρεψε το πρόσωπο και το βλέμμα προς το μέρος μου.  Εκείνο το βεβιασμένο χαμόγελο που επιστρατεύουμε για να διασκεδάσουμε τις εντυπώσεις  από μικρές ανώδυνες αδιακρησίες μας.  Όπως να στέκω και να κοιτώ, χωρίς εμφανή λόγο κάποιον.  Εγώ πεζός στο δρόμο ,μπροστά από το σπίτι μου, εκείνος καθισμένος με το πλάι δίπλα στο παράθυρό του. Από τότε κάθε φορά που περνούσα του χαμογελούσα, σήκωνα το χέρι μου  σε χαιρετισμό και μου αποκρινόταν με ένα ελαφρύ κούνημα του δικού του χεριού και κάτι  ξέπνοα λόγια που ποτέ δεν άκουσα, μέσα από το τζάμι που ήταν. Αυτό γινόταν πάντα. Εγώ περαστικός στο δρόμο και εκείνος  καθισμένος εκεί να κοιτάζει πότε το στενό δρόμο, πότε ένα κουρέλι ουρανό, ανάμεσα από τις πολυκατοικίες. Μόνο μια φορά συλλογισμένος καθώς ήμουν έκανα να περάσω χωρίς να σηκώσω τα μάτια κατά το μέρος του. Με είδε όμως αυτός και χτύπησε με όση δύναμη είχε  και με το έξω της παλάμης του  το τζάμι.  Με χαιρέτησε κουνώντας το χέρι  με θλίψη. Αντιχαιρέτησα, μα μ' έπνιξε η ντροπή μου.  Να μην το ξανακάνω. Ένα Σάββατο πρωί , περνώντας με την κόρη μου και τη γυναίκα μου του μίλησαν εγκάρδια. "Καλημέρα κύρ Αντρέα". Βγήκε στην πόρτα και η γυναίκα του, γελαστή , και η Λίζα, μια αρκετά μεγαλόσωμη σκύλα, φύλακας , που , όταν ήταν καλή η μέρα, όπως εκείνο το Σάββατο,  και  άνοιγαν το παράθυρο , ανέβαινε στο περβάζι και ανάγκαζε  με τα γαυγίζματα της τους διαβάτες να αλλάζουν πεζοδρόμιο. Τότε άκουσα πρώτη φορά τ' όνομά του..." Γνωριζόσαστε;" ρώτησα τη γυναίκα μου. "Με τον κυρ Αντρέα και τη γυναίκα του; Χρόνια. Τους γράφω τα φάρμακα.  Υποφέρει.  Μιας σπάνιας μορφής λέμφωμα", είπε σιγά.
Από τότε έγινε πιο εκφραστικός στο χαιρετισμό του, τον πάντα ξέπνοο, και εγώ πιο γελαστός και με πρόσχαρη διάθεση.  Σα να μην ήξερα.  " Πώς πάει;" τον ρώτησα..." Εδώ. Περιμένω". Και περνούσε ο καιρός , ίδιες και απαράλλαχτες οι μέρες του, μέχρι που η αρρώστια χτύπησε τη δική μας πόρτα. Λείψαμε. Όταν γύρισα και για μέρες έβλεπα κλειστά τα πορτοπαράθυρά τους.  'Ωσπου προχθές , είδα το σπίτι ανοιχτό και δυο αγοράκια να κουβαλάνε  σκαμνάκια. Στον τοίχο , λίγο πιο κάτω υπήρχε ακόμη το κηδειόσημο. " Αντρέας - Αυγουστίνος Ρούσσος, ετών 78".  Ήταν τα " σαράντα" του.

Θα ήταν γύρω στις εννέα με δέκα, Κυριακή πρωί , που στους κάδους δίπλα στο πολυκατάστημα τροφίμων έφτασε η οικογένεια.  Ντυμένοι τα κυριακάτικά τους , έδειχναν και ήταν μετανάστες. Ο πατέρας, η μάννα,  τα τρία τους κορίτσια. Από τριών τεσσάρων το μικρότερο μέχρι εφτά, οκτώ το μεγαλύτερο. Δε με είχαν δει . Στάθηκα μακριά και παράμερα , κολλητά στον τοίχο. Ο πατέρας σήκωσε το μικρότερο κορίτσι και το έβαλε απαλά μέσα στον κάδο. Εκείνο πήρε μια σακκούλα και του την έδωσε. Αυτός με τη σειρά του στη μάννα που καθισμένη στα κότσια της - το ίδιο και τα δυο μεγαλύτερα κορίτσια - την άνοιξε και άρχισαν να ψάχνουν. Μετά άλλη σακκούλα, άλλη και άλλη. Πενιχρά τα αποτελέσματα. Οι υπάλληλοι του καταστήματος, προφανώς και με παρότρυνση  της διοίκησης, βγάζουν τα προς καταστροφή και τα αφήνουν δίπλα στους κάδους για "τον κοσμάκη", σε μια αξιέπαινη χειρονομία φιλανθρωπίας.
Παρακολουθούσα και κρατούσα την αναπνοή μου. Κάποια στιγμή ένα από τα κοριτσάκια γύρισε. Με είδε. Έμεινε να με κοιτάζει ίσια στα μάτια. Δυο κατάμαυρα , αθώα και πονεμένα μάτια. Ο πατέρας, βλέποντας το κοριτσάκι να έχει μείνει ακίνητο, γύρισε και ο ίδιος. Με το που με είδε χαμήλωσε τα μάτια του πριν προλάβω να χαμηλώσω τα δικά μου.  Έχω μπροστά μου ακόμη δυο μαύρα κοριτσίστικα μάτια. Τον πόνο τους , τα " γιατί" τους και τη ντροπή μου.......


Προπύλαια Πανεπιστημίου
Μεσημέρι, δίπλα στις στάσεις. Υπόγειος σιδηρόδρομος κάτω,  και λεωφορεία επάνω. Πολύς  ο κόσμος που περιμένει. Πολύς ο κόσμος που περνά.  Φτάνει ένας  επαίτης. Αξιοπρεπής. Δε λέει κουβέντα. Μόνο ανοίγει τη θήκη και βγάζει από μέσα το βιολί του, αφήνοντας μπροστά του ανοιχτή τη θήκη για το " ότι προαιρείσθε". Αρχίζει να παίζει μια πανέμορφη, μάλλον κλασσική, μελωδία. Τότε από τη μέσα μεριά , από το πράσινο του περιβάλλοντος χώρου του παλιού πανεπιστήμιου,  πετάγεται ένας άστεγος. Χειρονομεί και κάτι λέει  προς το μέρος του επαίτη. ο ¨ηχος του βιολιού δεν του επιτρέπει να ακουστεί.  Πολύ περισσότερο να εισακουστεί. Πλησιάζει το πρόσωπό του στο πρόσωπο του επαίτη .Από το ύφος δείχνει να διαμαρτύρεται έντονα. Ο επαίτης χαμογελά και συνεχίζει να παίζει.  Πλησιάζω..."Λυπήσου με.. Έχω δυο μέρες να κοιμηθώ..." ...Τίποτα.. Απελπισμένος τυλίγει το κεφάλι του με ένα κόκκινο χιλιοτρυπημένο μπουφάν ή κάτι σαν μπουφάν και αποχωρεί για να ξαναξαπλώσει στο γρασίδι...
" Η ψυχή  μας αλλοιότεψε, βόηθα Θεέ μου μη φαγωθούμε μεταξύ μας"


Την ίδια ώρα, λίγο παραδίπλα, ένας από αυτούς που συνηθίζουμε να λέμε, αβασάνιστα, περιθωριακούς,  άνοιξε τον πάτο από το πράσινο δικτυωτό καλάθι  και άρχισε να σκορπά στο πεζοδρόμιο τα σκουπίδια. Δεν άντεξα και έβαλα τις φωνές " Μα τι κάνεις εκεί;  τι ψάχνεις; " ..." Την ταυτότητά μου.." .... μα καλά στα σκουπίδια; πως είναι δυνατό να σου 'πεσε  εκεί μέσα; Εσύ την πέταξες;"...." Όχι κύριε. Δεν την πέταξα εγώ. Με πετάξανε.  Στα σκουπίδια.  Μας πετάξανε.  Εμένα ψάχνω"....και έφυγε βιαστικός...

ΑΘΗΝΑ  1/3/2013

Δημοσίευση σχολίου