Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

19 Φλεβάρη 1960

Στις 19 Φλεβάρη του 1960, Παρασκευή βράδυ, « έφυγε», στα πενήντα τέσσερά του χρόνια, για εκεί που δεν έχει καθημερινή και σκόλη, ο πατέρας μου, ο Βασίλης. 

 

Άλλη δεν είναι ξενητειά ωσάν τ’ αποθαμένου

απού κινά και πάει μακριά σε τόπους που δεν ξέρει
Κι αποξεχνά την π’ αγαπά ξεχνά και τα παιδιά του
τη στράτα σβήνει πίσω του και γιαγερμό δεν έχει…

Σε ‘χάσαν τα ματάκια μου ποτέ δε σε ξανάδα..
Πενήντα χρόνοι πέρασαν πενήντα τρεις παγαίνουν
μα εγώ δε θα σε ξαναδώ όσοι κι αν ε περάσουν…
Λογούμαι σου πατέρα μου κι απόκριση δεν παίρνω
Για πέ μου γιατί μ’ άφηκες προτού καλά βλαστήσω;
Γιατ’ άφηκες τη μάννα μας και τ’ άλλα μου τα’ αδέρφια;

« Παιδί μου εγώ δε σ’ άφηκα, στα ξένα εγώ δεν πήγα
κι η ξενητειά που σου ‘πανε του Χάρου είναι αδερφούλα..
Μόν΄ήρθε χρόνος δίσεκτος θανατικό ζωσμένος
Ήρθε Γενάρης βροχερός Φλεβάρης με τα χιόνια
κι απόφταξε και κόνεψε ο Χάρος στην αυλή μας
κι έσπειρε πικραπήγανο που τρω ν οι πικραμένοι
είπε μου και να ‘τοιμαστώ μαύρα σκουτιά να βάνω…

Μόνο μια χάρη σου ζητώ κι αν μ’ αγαπάς την κάνεις
Στον τάφο μου μη ξαναπάς κεράκι μη μου ανάψεις
Γιατί σα λειώνει το κερί στάζει μέσ’ την καρδιά μου
ζεσταίνει μου τις θύμισες και το παράπονό μου
κι αναθυμούμαι τα παλιά και τον απάνω κόσμο
θυμούμαι και το σπίτι μας και τρέχουνε τα δάκρυα
θολώνουνε τα μάτια μου θολώνουν και τη βρύση
της αρνησιάς που πίνουμε της λησμονιάς νεράκι»

ΑΘΗΝΑ 18/2/2013

Δημοσίευση σχολίου