Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

Δυό Πρωτοχρονιές του Θ.


Ο μικρός Θ  την παραμονή ‘κείνης της Πρωτοχρονιάς μαζεύτηκε, όπως όλες τις χειμωνιάτικες μέρες,  νωρίς στο σπίτι του. Νυχτώνει νωρίς το χειμώνα. Τότε το χωριό δεν είχε «ρεύμα» και  μετά τις πέντε ότι βλέπανε ήτανε  από το φεγγοβόλημα της φωτιάς και από μια «τσιμπλόλαμπα» πετρελαίου, λαμαρινένια, με φυτίλι και χωρίς λαμπόγυαλο. Ούτε νερό είχε τότε το χωριό. Μόνο πηγές στις γύρω ρεματιές. Τις έχει ακόμα.

Σαν ήρθε η ώρα και η ώρα  ‘ρχόταν , όταν η μάννα του του  ‘λεγε «πέσε Λάκη μου να κοιμηθείς», έβγαλε τα πάνινα παπουτσάκια του -  άλλος καϋμός κι αυτός με τα παπούτσια, ούλη μέρα  να πιλαλάει στους δρόμους και στη ρούγα, ποτέ δε του φτούρησαν, τα πιο φτηνά του αγοράζανε, « είναι που δε σου πήρε ο νουνός σου», έλεγε σα να το πίστευε η μάννα του η Σοφιά – και με τρόπο σίμωσε, παπούτσια και κάλτσες στο παραγώνι. Τζάκι δεν είχανε και ο καπνός, ανάλογα τον καιρό, ανέβαινε και έβγαινε   πότε ίσια πάνου, πότε γέρνοντας από τη μια ή την άλλη, σιγά που τον ένοιαζε κατά που θα γείρει -  λες και θα πόναγε η ραχοκοκκαλιά  του, μόνο τα κόκκαλα του κόσμου πονάγανε από τη υγρασία,έτσι που κάθε μέρα γινόσαντε αρτσίδι, άλλοτε γυρνώντας από τα πρόβατα και άλλοτε από τα χωράφια -  περνώντας μέσα από την καλαμένια στέγη που κράταγε τα κεραμμύδια.
 « Μπράβο παιδάκι μου έτσι. Να τα βρεις το πρωί ζεστά. Απόψε θα ρίξει πάγο.». Ο μικρός Θ δεν είπε τίποτα και τίποτα δε φανέρωσε απ’ όσα τους είχε πει η δασκάλα που είχε την Πρώτη, την τάξη του,  και τη Δευτέρα και ο δάσκαλος  που είχε τις μεγαλύτερες , τη μέρα που κάνανε διακοπές για τα Χριστούγεννα. Πως το βράδυ της Πρωτοχρονιάς έρχεται ο Άγιος Βασίλης με το σακκούλι του και φέρνει δώρα στα παιδάκια, την ώρα που εκείνα κκοιμούνται.  Μόνο πήγε και χώθηκε στα ρούχα, μαζεύτηκε,  που ήτανε σα να ‘χανε νερό και με την ανάσα του κοίταγε να ζεσταθεί.  Η μάννα του που το ‘νοιωσε πως κρύγιαινε  είπε «Πιστρώσου καλά». Σε λίγο ξάπλωσε δίπλα του και η ίδια.  Απ’ όταν έφυγε τον περασμένο Φλεβάρη ο Βασίλης, μαζί κοιμόσαντε. Όχι πως είχε πάει μακριά ο Βασίλης. Ούτε διακόσια, το πολύ τρακόσια βήματα από το σπίτι , στον Αγιώρη.  Μα από τότε δεν είχε γυρίσει.  Η Σοφιά στα τριάντα εφτά της τότε, μόνη και χήρα πια, ανασηκώθηκε στο κρεββάτι ,  με την πλάτη στον τοίχο και το χέρι στο σαγώνι και έμεινε να σκέφτεται. Στον ύπνο του ο Θ. σα ν’ άκουσε αναφυλλητά. Ξύπνησε. «Κλαίς μαννούλα;». «Δεν κλαίω παιδάκι μου.Γιατί να κλαίω;» και ξάπλωσε. Ο Θ έριξε μια κλεφτή ματιά στη φωτιά που σιγόκαιγε. Τα παπούτσια ήταν εκεί, όπως τ’ άφησε. Ο Αγιοβασίλης δεν είχε ‘ρθει ακόμα. Θα ‘ρχόταν. Το είπε  και η Κυρία και ο Κύριος. Και ο Θ ήταν καλό παιδί και καλός μαθητής. Από τα χείλια της δασκάλας και του δάσκαλου κρεμότανε μαγεμένος. Από την παράδοση τ’ άρπαζε  ούλα τα μαθήματα, κι ούλοι είχαν να λένε για τη μνήμη του. Έτσι άρπαξε και όσα είπε ο δάσκαλος για τα Χριστούγεννα, τη φάτνη, τα’ αστέρια, το βόιδι και το γαιδούρι , τα πρόβατα και ούλα τα ζα που ήτανε στη σπηλιά. Για τους καλλικαντζάρους και τα Φώτα και την πρωτάγιαση. Μα πιο πολύ για τον Αγιοβασίλη που θα ‘ρχόταν. Και δεν  ήθελε παρά να περάσουνε οι μέρες. Και περάσανε. Σίγουρο τον  ξαναπήρε ο ύπνος.

Το πρωί, η Σοφιά σηκώθηκε και , αφού τάισε τα μαρτίνια και τα κοττερά, συγύρισε το σπίτι και έβαλε στην πυροστιά τον τέντζερη με μια κόττα μέσα, του μίλησε απ’ όξω από την αυλή.  « Λάκη σήκω να πας στην εκκλησιά. Και ντύσου καλά. Φόρα ούλα τα σκουτιά σου. Όξω ο τόπος  έχει κρουσταλλιάσει από τον πάγο».

Ο μικρός Θ τινάχτηκε από το κρεββάτι και με λαχτάρα έφτασε στα παπούτσια…Πήρε το πρώτο. Άδειο. Το ίδιο και το δεύτερο. Ούτε οι κάλτσες είχανε  μέσα τίποτα. Μόνο δυο μικρές τρυπούλες μπροστά στα νύχια. Δεν είπε τίποτα. Άλλωστε από τότε ποτέ δε ζήταγε και τίποτα. Ήξερε πως δεν είχαν. Ντύθηκε.  Βαρειά, όπως τον είχε ορμηνέψει η μάννα του. Βαρειά σαν την ψυχή του.  Με τι να ντυθεί βαρειά. Ζώστηκε και το παντελονάκι του. Κοντό ήτανε. Κι η στεναχώρια έζωσε τα σωθικά του. «Φόρα και τη μπόλκα σου». Α ρε μάννα. Δε ζεσταίνει η μπόλκα τις καρδιές που τουρτουράνε. «Λάκη βάρεσε η τέταρτη καμπάνα. Άντε παιδάκι μου. Πάρε κι ένα πενηνταράκι ν’ ανάψεις ένα κερί για τον πατέρα σου που σα σήμερα γιόρταζε».

Κίνησε ο Θ και πήγε πρώτα στο σχολείο. Έτσι είχε πει ο δάσκαλος.  «Να πάνε συντεταγμένα.» Κοίταξε την Κυρία κοίταξε τον Κύριο, ντυμένοι τα γιορτινά τους, «καλημέρα παιδιά, καλή χρονιά και καλή πρόοδο να έχετε.  Μπείτε στη γραμμή». Τους ξανακοίταξε. Ήρεμοι και ήσυχοι δείχνανε. Σα να μην είχανε πει ψέμματα.  Θα τον εγκρουψε η καπνιά φαίνεται τον Αγιοβασίλη. ‘Κείνο το κουτσούρι που καπίναγε  ούλη  νύχτα  και μπούχλωσε το σπίτι. Φτώχεια, λάσπη, βήχας  κι η σκεπή ίσα που κράταγε τα κεραμμύδια.  Που να στεκότανε κι ο άγιος….

Γύρισε σπίτι την ώρα που η μάννα του αυγόκοβε τη σούπα. Έβαλε να φάνε. Η δική του πηχτή. Διάλεξε και του ‘βαλε το πιο πολύ από το λίγο ρύζι που ‘χε μέσα. Η δική της αραιή. Ότι είχε μείνει. Κι όσο τρώγανε, τόσο αραίωνε. Κάθε που ξεχνιότανε με το κουτάλι στον αέρα και  στάγανε τα μάτια της  αρμύρα στο πιάτο της και τη ζωή της.

Περάσανε τα χρόνια. Πολλές  Πρωτοχρονιές. «Αηβασιλιού» ποτέ δεν κάνανε όσο έζηγε η Σοφιά. ‘Κείνη τη μέρα Μόνο που αναθυμότανε τα λίγα χρόνια του  γάμου της. Σκάρτα εννιά . Και τα’ άλλα τα πολλά.  Τ’  άχαρα. Κι έκλαιγε το Βασίλη και την μοίρα της. Ώσπου έφυγε κι εκείνη. Στην αρχή, ήδη άρρωστη,  στα άλλα παιδιά της στη Μελβούρνη. Κι ύστερα για αλλού.Κι άφησε τα κόκκαλά της  στον ξένο τόπο. Ο μικρός Θ ήτανε πια είκοσι δυό.

Περάσανε και άλλα χρόνια. Πολλές Πρωτοχρονιές.  Με παρέες, φίλους. Μόνο μια φορά με τ’ αδέρφια του. Το ογδόντα δύο στη Μελβούρνη. Που είχε πάει  « ν’ ανάψει ένα κερί στη μάννα του».  Από τότε, λίγο μετά , που ‘γινε Αθηναίος, εδώ στην Αθήνα. Πότε σε  σπίτια φίλων, πότε στο δικό του..Πότε με πολλούς, πότε με λίγους. Μέχρι τη χθεσινοβραδυνή , του δεκατρία.  Σπίτι του με ένα νέο παιδί,  που αν το φέρειο καιρός,  θα γίνει και δικό του παιδί. Φτιάξανε φαγητό , κουβεντιάσανε, ήπιανε και κανα δυο ποτήρια. Το ένα στην υγειά της άλλης του της μάννας . Που έκανε με το γάμο του. Που  τούτες τις μέρες, στο νοσοκομείο, γαλήνια περιμένει την ώρα του δικού της ταξιδιού …Που όταν της είπαν πως « έρχεται αύριο η κόρη σου με την εγγονή σου»  είπε μόνο.  «Ε  τότεσας  να τσ’ ανημένω» .

 Σήμερα ο Θ μαζί με το κοπέλλι είπανε να κόψουνε και βασιλόπιττα. Με τον τρόπο που το κάνει πάντα.. . Μεγάλη την πήρανε . να φτάσει για ούλους. Για το καλό . Ή να ξορκίσουν, να διώξουν το κακό. Το πρώτο του Χριστού. Το δεύτερο του ξένου. Και πριν των αλλουνών,  της άρρωστης. Μπορεί να της πέσει  και το φλουρί. Τύχη πριν ξεψυχίσει…..

Μετά,  λέει, να την κατεβάσει,  έτσι όμορφα μέσα στο κουτί της,  στο δρόμο. Να την δέσει προσεκτικά κάπου ψηλά να μην την φτάνουν τα γατιά. Κι ίσως κάποιος ξένος καταδεχτεί να πάρει ένα κομμάτι. Λέει, ακόμη, να  πάει ν’  ανάψει ένα κερί για το Βασίλη, τον πατέρα του. Που σα σήμερα γιόρταζε.  Που ΄φυγε και λείπει από το Φλεβάρη του εξήντα. Στις δεκαενιά. Παρασκευή προς Σάββατο  του είπανε πως ήτανε…..

ΑΘΗΝΑ 1/1/2013

Δημοσίευση σχολίου