Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

ΓΥΡΙΣΜΟΣ (Εδώ «είμαι» με το Θ. Αγγελόπουλο)


Κι ως ‘φάνη στο κατάστρωμα σπάραξε...
« Εγωωώ  Ειειείμαιαι»
Και ράγισε η φωνή σα να ‘χε βγεί από δάκρυα
Είχε η καρδιά ρωγμές…..Κοντά σαράντα χρόνια….
Στα ξένα που τον έριξ’ η ανάγκη…. Τότε… που βρέθηκε
χωρίς πατρίδα….  χιλιοπροδωμένος….
Κάτω,  λίγο πιο ‘κει  απ’ του καραβιού τη σκάλα,  δυο τρεις δικοί του περιμέναν..
«Εγωωώ  Ειειείμαιαι»
Σα για να τους πει που να κοιτάξουν…
Όχι πως τους γνώρισε ή πως τον γνώριζαν εκείνοι…
Τον γνώρισαν από την ερημιά του…
Να στέκει μοναχός και να τηράει τον τόπο…
Κι έμεινε σιωπηλός…

Μέχρι που κόντευαν να φτάσουν στο χαμόσπιτό του…
Μιαν  άκρη στα προσφυγικά…

Βάρυναν τα πόδια κι  έγιν’  ασήκωτο το γέρικο κορμί
« -Φοβάμαι»…   κι έτρεμ’ η φωνή του…
«-Σε περιμένει…
- Τι χρώμα έχουν τα μάτια της;…»
Τα λόγια βγαίνανε αριά.
 Ψίθυροι που ψάχναν τόπο να σταθούν
τούτες τις ώρες… τις βουβές…
Αργά σα για να συνάξει δύναμη ν’ αντέξει …και κουράγιο…
Αργά σα για να μη δείχνει το στρέκλισμα  στο βήμα
Αργά σα για να το αίμα κι όλο το κόκκινο,
π’ ανέβαινε,  ν’ ανάψει τα μάγουλα και την καρδιά
Βάδισε ίδιος μορφή που χάραξαν  στην πέτρα….
τσίνορο  δε πετάρισε..μη και λυγίσει…  και θρουλίσει…
και σκορπιστεί μπροστά της..


Η  Κατερίνα, φορώντας τα καλά της,
 ήρεμη στο πλάι της οξώπορτας
Αφήνοντας το χώρο λεύτερο, δεξιά…
 να μπει ο νοικοκύρης…
Σα σίμωσε κοντά της…
«’Εφαγες;»  
τον  ρώτησε  σα να μην είχε λείψει μέρα
Σα να μην είδε τίποτα στο πρόσωπο που ‘σκαψαν τα χρόνια και τα βάσανα
Σα να μην είδε τίποτα στα μάτια τ’ άδεια…  τα στεγνά
Σαν που αγάπησε πολύ κι έχει  πολύ  υποφέρει….

Εξόριστη ,κλεισμένη σπίτι τους, κι  η ίδια…
Το ίδιο αποδιωγμένη…
«Εγωωώ  Ειειείμαιαι»
Το ‘πε πολλές φορές μετά την πρώτη μέρα
και πάντα από μέσα του για να τ’ ακούει ο ίδιος
«Εγώ» … κλαδάκι  να πιαστεί
«είμαι»… ακρούλα ν’ ακουμπήσει…
Να πάψει η αντάρα μέσα  του που τον ανεμοδέρνει
να σιγανέψουν  κι οι καιροί , τα τόσα βάσανά του…
Μόνο σαν  έπιασε τη ρίζα του βουνού  να  πάει για το χωριό του
δεν το ‘πε, μα στάθηκε στο ξάγναντο , σαν έφτασε ψηλά, και σφύριξε…
Ένα τους σύνθημα κρυφό,καταδικό τους,  δυο και τρεις φορές
Έσχισε  του φαραγγιού τα πλάγια
κι ήρθε  ζεστό να τον  συναπαντήσει του φίλου του η απόκριση…
Αηδονολάλημα … μετά σαράντα χρόνια….
«- Τι λένε;
- Λόγια της αντάμωσης…»
Βρήκε το σπίτι ρημαδιό τον τόπο ρημαγμένο
και τ’ άλλα  σπίτια του χωριού σχεδόν παρατημένα…
Αετοφωλιές  χωρίς αητούς…
Το λιγοστό χωράφι του το βρήκε λογγομένο
Το στήθος γέμισε θυμό κι έπιασε το τσαπί του..
Μέχρι που τον επρόδωσαν  η ανάσα και τα χέρια…
Κι έκατσε να ξεκουραστεί…
Ο φίλος  του  ‘πε ταπεινά
« Τη νοιαζόμουνα την Κατερίνα. Πάντα τη νοιαζόμουνα… Από παιδί»
φάνηκε σα να λάφρωσε  π ’απηλοήθη  για τον κρυφό καημό του…
Αντί γ’ άλλη κουβέντα…
«Σαράντα μήλα κόκκινα γιαβρίμ»…
Πόσ’  ασήμαντα άκουγε όσα, σ’ άλλους καιρούς,  θα του ‘μοιαζαν σπουδαία…
Αλλά είναι τόσα χρόνια που συνήθισε το θάνατο να περιμένει…
Τόσα χρόνια   στήνει αυτί  ν’ ακούσει τον αχό του
«Σ’ ακούω  π’ έρχεσαι… Πέντε φορές σε γέλασα…
 Πέντε  πόλεμοι… φυλακές… στήσιμο στο τοίχο…
πέντε φορές… και τώρα…»
«Σ’ ένα μαντήλ’ δεμένα»…κι ήτανε σα να του ‘λεγε …το ‘ξερα …
ή άστα τουτανά…  κι  ακόμη…
Πώς να σου πω για τη ζωή… που ‘ναι στην εξορία…
Τέτοια λογής.. κι έτσι έστεκε, στα χρόνια,  η κολεγιά τους…
Και σα να παρακινήθηκε απ’ το σκοπό του τραγουδιού
και τα δικά του λόγια  κίνησε να χορεύει
Τα σκεβρωμένα πόδια του μόλις που τον βαστάγαν…
Κι είχε τα χέρια του ανοιχτά φτερά για να πετάξει..
Δεν τον αφήνουν οι πληγές…
Μόνο η ψυχή του φτερουγά μαζί με τουςκαημούς του..
Όλα τριγύρω ασάλευτα… Μόνο η θύμιση φανέρωνε τα πάθη
που καταλάγιασε ο καιρός
Ώσπου είδε μια στιγμή,  από την άλλη,
 να  ‘ρχεται ο πιο κακός απ’ τους κακούς
θανάσιμος εχθρός του, τραβώντας  το γαϊδούρι…
Ο άλλος  ως τον αντίκρυσε να στέκει,
  λίγο μακριά  του, στο καλντερίμι μόνος
 σάστισε για μια στιγμή κι έκανε να φύγει..
Το  μετάνοιωσε… Είπε να κάνει  κατά ‘κείνον… δείλιασε..
Έβγαλε τσιγάρο  να σαλιώσει… τ’ αποφάσισε…  σκυφτός…
κι από συνήθειο το ‘φερε  προς  το στόμα του…
Μα λίγο πριν στα χείλη του τ’ αγγίξει
άπλωσε το χέρι  κατά το Σπύρο…
Του ‘δωσε και φωτιά και μίλησε…
«Μας βάλανε και πολεμήσαμε…. Βγάλαμε τα μάτια μας….
Εσύ από την αποδώ μεριά,  εγώ από την άλλη…
Ο άνθρωπος με τον άνθρωπο… ο λύκος με το λύκο…
Τίποτα δεν έμεινε ‘δω πέρα»
Κι ακούστηκαν τα λόγια του σα ξομολόγηση και σα μετάνοια
κι ως τα ‘πε γύρισε να φύγει… κι ως έφτασε σ’ απόσταση ικανή
παλιά φαρμάκια  ξαστόχησαν και βγήκαν απ’  στόμα του
«Το πυροβολικό, το πυροβολικό… το πυροβολικό πολύ το αγαπώ…»
Και χάθηκε μαζί με το τραγούδι του στης εκκλησιάς την πλάτη…

«Εγωωώ  Ειειείμαιαι»
Σα να μην ήταν πιά…
Καθώς  με τις ημέρες απλώθηκε η είδηση του γυρισμού του…
Πιότερο που μαθεύτηκε πως γύρευε τον τόπο και το δίκιο του
το καταπατημένο, οι  της μεριάς της άλλης πολύ ταράχτηκαν…
Και  πρόστρεξαν στο κράτος και τους νόμους τους…
Και θυμήθηκαν τους τρόπους  που ‘φτιαχναν, από παλιά, ενόχους
Και  πήραν την απόφαση που  ‘θέλαν και τους βόλευε
Ανεπιθύμητος ξανά, κίνδυνος για τη χώρα…
 Χωρίς πατρίδα πάλι στα στερνά του…

Και όπως δεν  βρήκαν άλλη γη, για  να τον απελάσουν
Τον πήραν και τον άφησαν  σε μια  εξέδρα  στ’ ανοιχτά
που τα νερά είναι  του κόσμου όλου…Κι έβρεχε…
Μαζί κι η Κατερίνα… κάτω  απ’ τη μαύρη ομπρέλλα τους…
Μαύρο πουλί οι λογισμοί τους… Και θυμήθηκαν..

Χρόνια πίσω  συντρόφους μαζί με το Μιχάλη…
Τον Πάμπλο, όπως τον είπαν,  το δικό μας…
Που πολέμησαν για του λαού των Ισπανών το δίκιο …
και που κι εκεί νικήθηκαν…
Και τότε , όπως και τώρα, τόπος δεν ήτανε να τους δεχτεί…
Να πάνε..Μόνος  τους δρόμος ανοιχτός η θάλασσα…
Τον πήραν να γλυτώσουν…
Δάκρυσ’  ο Σπύρος αγναντεύοντας  καράβι να φανεί….Ελπίδα….

ΑΘΗΝΑ  22/05/2012
Δημοσίευση σχολίου