Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ

Πως βρέθηκα στο νησί…
Δε με θυμάμαι σε βάρκα
ή σε καράβι
κι ούτε που είδα θάλασσα

Μόνο πως περπατούσα
Σε δρόμους Χώρας άγνωστης…
Ως που τέλειωναν τα σπίτια

Λίγο πριν να ρωτήσω ένα παιδί
Όξω από μια ταβέρνα
Ααά είμαι ακόμα στην Ελλάδα είπα
Λίγο πιο ‘κει τέλειωνε ο δρόμος

Μπροστά ένα χωράφι
με ελιές χιλιόχρονες
Ανασκαμμένο σαν να που ‘θέλαν
Κάποιοι να τις ξεριζώσουν

Στο σύθαμπο του σούρουπου
Το παιδί δεν είπε τίποτα
Μόνο τ’ ακολούθησα
Εδώ είναι η εκκλησία μου ‘πε

Αριστερά είδα το ιερό
το πίσω μέρος
Μα πριν προλάβω…
Λίγο δεξιά κι ομπρός μου

Είδα το χώμα καθισμένο
Σα που να ‘χει υποχωρήσει
Κάτω απ ό φως αρχαίο
Κι ήταν εκεί μιαν άλλη εκκλησιά

Φτιαγμένη με ψηφίδες
γαλάζιες στα πορτοπαράθυρα
Κι οι τοίχοι μ’ άσπρες
Μια εκκλησούλα ταπεινή
Μόνο σε κάτοψη

Μια εκκλησούλα ταπεινή
σα σκιά
λουσμένη φως
της νύχτας


Προχώρησα ευλαβικά και μόνος
μέχρι την άλλη άκρη
Μέχρι εκεί που ήταν κάποτε
η θύρα η δυτική

Εκεί ένα μικρό καμπαναριό
δε μου ‘φτανε ως τη μέση
Τοσοδούλες οι καμάρες του
Κι εκεί πολλά μικρά μελισσοκέρια
Αναμμένα
Κι άναψα το δικό μου

Γονατισμένος κι έκλαιγα
Ευχαριστώντας την Παρθένα
Που μ’ αξίωσε να ζήσω
Τούτη την ώρα την στερνή

Σε τούτο το εκκλησάκι
Το καμωμένο από ευωδιές
κι αέρα της πατρίδας

Και ψηφίδες απ’ τις δικές μας θάλασσες
Μικρές, στιλπνές , στρογγυλεμένες
Κι αναλογίστηκα τούτη την ώρα
Την ύστερη

ΑΘΗΝΑ 11.02.2012
Δημοσίευση σχολίου