Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

ΤΑ ΠΟΥ ΘΥΜΟΥΜΑΙ ΙΣΤΟΡΩ

Α’ Έμφραγμα

Μπαίνοντας ο Σεπτέμβρης, θυμήθηκα πως πλησιάζει η τρίτη επέτειος από τον πρώτο μου θάνατο. Σε αντίθεση με τη δεύτερη που πέρασε απαρατήρητη σαν να μην είχε έρθει, θυμάμαι την πρώτη με συγκίνηση. Όχι πως κάλεσα φίλους και τέτοια. Τη γιόρτασα «μέσα μου» και μόνος. Βουβή χαρά κι ευγνωμοσύνη που ήμουν ζωντανός. Μόνο η γυναίκα μου που τίποτα δεν της ξεφεύγει τη θυμήθηκε. «Τριάντα Σεπτέμβρη του εννιά, τι είναι σήμερα Αργυρόπουλε; Πού ήσουν πέρυσι τέτοια μέρα; Αν δεν ήμουν εγώ»…..αποσιωπητικά μακάβρια. Από κοντά και η κόρη μου. Πολύ πιο σαφής. «Φτηνά τη γλύτωσες χοντρούλη»….Φτηνά, ακριβά… ουλές και νεκρώσεις στην καρδιά και δυο επεμβατικές στεφανιογραφίες σε σαράντα οχτώ ώρες. Την πρώτη ειδικά, εκείνη που φτηνά με γλύτωσε, τη θυμάμαι σα να είναι τώρα. Δυο ώρες κράτησε πέντε μου φανήκανε…Ίδρωνε και ξεϊδρωνε ο γιατρός, συμφοιτητής της γυναίκας μου, παρακολουθούσαν στην οθόνη άλλοι δυο τρείς επεμβατικοί κι άλλοι καρδιολόγοι, εκεί και η γυναίκα μου. Εγώ παρακολουθούσα μαζί με τον Τάσο. « Τάσο δεν περνάει..» «Όποιος νομίζει ότι μπορεί να έρθει». Κανείς δεν κουνήθηκε. Ή περνούσε ο καθετήρας ή εγώ. Τον Αχέροντα. « Τάσο λίγο πιο δεξιά», «πέρασε», ακούστηκε μια φωνή ανακούφισης. «Αν δεν περνούσε;» ρώτησα δειλά. « Θα το αντιμετωπίζαμε απάντησε με θαυμαστή ηρεμία ο Τάσος, κι έτσι βρέθηκα στην εντατική.Την τρίτη μέρα ξανά στεφανιογραφία, ξανά στην εντατική. Καλά ήταν στην εντατική. Το δαχτυλάκι μου δεν κουνούσα. Έτσι και το κούναγα εκατόν ενενήντα δύο έφταναν οι σφίξεις, έτρεχαν οι θεαπεύτριες, με κοίταζαν με νόημα «φρόνημα».
Έξω από την Εντατική είχαν αρχίσει οι προετοιμασίες. Ειδικά τις πρώτες είκοσι τέσερες ώρες που ήταν κρίσιμες. Κι ύστερα τις άλλες είκοσι τέσσερες ώρες που ήταν πάλι κρίσιμες, μα εγώ δεν το ‘βλεπα. Έβλεπα μόνο τους φίλους και χαιρόμουνα. Κάποιοι δάκρυζαν. Χαροπαλεύεις ατιμούλικο έλεγαν τα μάτια τους κι εγώ απορούσα…Γιατί ατιμούλικο; Της τρίχας το γιοφύρι η Εντατική - μικρό το ταύ, ξέρω τι γράφω, ευθραυστον -κι εγώ επάνω του και ξάπλα. Χωρίς συναίσθηση. Και πότε είχα; Χρόνια τώρα αναίσθητο με ανεβάζει, αναίσθητο με κατεβάζει η γυναίκα μου. «Μεταφορικά». Πλην της τελευταίας που αναίσθητο με μετέφερε. Έτσι λέει. Μ’ ένα γείτονα. Μόνο που κατά τη μεταφορά διακόπτανε την αναισθησία μου και με ρωτάγανε το δρόμο. Σημασία έχει ότι και τον βρήκαμε και φτάσαμε, χωρίς απώλεια στον «Ευαγγελισμό». Η ιδιότητα του αναίσθητου έχει παγιωθεί στα δύο από τα τρία μέλη της οικογένειας. Το τρίτο είμαι εγώ, η παρ’ ολίγον απώεια. Το τρίτο σε όλα. « Σιγά μη βάλω τη μούρη σου ίσα με το παιδί»…Τη δική της τη μούρη; Ούτε σκέψη.Ούτε συζήτηση. Θυμάμαι, μια μέρα, μόλις που είχε αρχίσει να λίγο να ψευτομιλάει, λίγο να ψευτοπερπατάει η κόρη μου, χρύπησα το κουδούνι. Έτρεξε, άνοιξε την πόρτα. «Ποιος είναι;» ρώτησε η μάννα της . «Αναίτητος» τιτίβισε, χωρίς «σ» και χωρίς άρθρο.
Με παράσυρε η κουβέντα..τι έλεγα;…Α ναι της τρίχας το γιοφύρι η εντατική.Πόσο θέλει να σπάσει η τρίχα; Και κάτω ο Αχέροντας να χάσκει σκοτεινός. Σκοτάδι πίσσα. Άλλο που να σου λέν’ κι άλλο που να το βλέπεις. Ούτε ‘γώ το ‘δα. Το βλέπανε οι δικοί μου κι έφτανε. Κι ετοιμαζόντουσαν καλού κακού.
Ειδοποίησαν και τη νύφη μου στην Αυστραλία. Μην το μάθει απότομα ο αδελφός και τον χάσουμε πριν από τον αδελφό. Η νύφη ενημέρωσε την κόρη της, εκείνη τον άντρα της, τ’ αδέλφια της, κι όλοι μαζί, από κοντά και η εγγονή, άτομα εφτά, κινήσανε να ενημερώσουνε την αδελφή μου. Με τρόπο. Ούτε στο γάμο της δεν είχανε πάει τόσοι. Μόνο που τους είδε κακόβαλε, όπως μου τα είπε αργότερα τα λέω, ρώτησε στα ίσια τι συμβαίνει. Με τρόπο της απάντησε η νύφη, τέτοιο που αντί να πέσει λιπόθυμη, άρχισε να πηδάει πάνω κάτω κι επί τόπου σαν σε τραμπολίνο, τόση αδυναμία μου έχει. Κάγκελο οι άλλοι απόμειναν να παρακολουθούν με τα κεφάλια την κίνηση, πάνω κάτω, πάνω κάτω, ώσπου πιάστηκε ο σβέρκος τους, κουράστηκε κι η αδελφή μου, πόσο ν’ αντέξει κοντεύει τα εξήντα. Κι αφού όλοι ηρέμησαν, σταμάτησε και το πάτωμα να τρίζει, πήγαν όλοι μαζί για ψώνια, εν αναμονή αμετάκλητων εξελίξεων…
«Κάναμε ότι μπορούσαμε, ήτανε από το Θεό να πάει». Όχι ο Θεός, ο Θοδωρής. Δεν πήγε κανείς τους. Ο Θεός γιατί δεν έχει πού αλλού να πάει, πανταχού παρών, ο Θοδωρής γιατί δεν ήθελε. Δεν είχε βδομάδα που πάτησε τα σταφύλια, οι ελιές αμάζευτες, χρέη στις τράπεζες και να ’θελε θα του απαγόρευαν την έξοδο από τη χώρα.
Από την αποδώ πλευρά του ωκεανού, έχοντας άμεση γνώση, μιας κι επισκέπτονταν καθημερινά την πηγή των γεγονότων, υπήρξε αυτοσυγκράτηση. « Να δούμε πρώτα». Μέρα τη μέρα οι δειλές ελπίδες αναθάρρησαν κι, απ’ αναβολή σ’ αναβολή, αναβλήθηκε κι η αγορά. Μη γυρίσω στο σπίτι και ιδώ μαύρες στολές. Σαν τη γριά Κορωνιά που ενώ « την περιμένανε» και προνοήσανε ν’ αγοράσουνε την κάσα, θες από λάθος ιατρική εκτίμηση του προσδόκιμου , θες από συμπόνια του αρχάγγελου έξι μήνες έβλεπε κάθε που πήγαινε στην αποθήκη την κάσα της να χάσκει ξεσκέπαστη και αδειανή να περιμένει. Πρόβες δεν είχα ακούσει να ‘κανε…Σαν τον Λάζαρο που γύρισε στο σπίτι με τα σάβανα. Να τα ‘χει. Για τη δεύτερη φορά.
Αυτά σκέφτομαι, όσο πλησιάζει η τρίτη επέτειος.Τριάντα Σεπτέμβρη του δυο χιλιάδες έντεκα. Με συγκίνηση. Κι ανατριχίλα. Κι ευγνωμοσύνη που μπορώ να αισθάνομαι συγκίνηση κι ανατριχίλα. Σκέφτομαι πως με την συμπλήρωση τριων χρόνων στο σπίτι θα λάβαιναν μια επιστολή από την οικεία δημοτική επιχείρηση που έχει την εκμετάλλευση του κοιμητηρίου. « Κυρία (του) Τάδε σας υπενθυμίζουμε πως παρήλθε η τριετία της με το αζημίωτο φιλοξενίας του συζύγου σας. Κι επειδή αρνείται να προχωρήσει στην αγορά της τελευταίας του κατοικίας, αυτή κατέστη προτελευταία και , μετά λύπης μας, την (ημερομηνία) , η επιχείρησή μας θα προβεί σε αναγκαστική έξωση, διό κι επειδή δεν είναι σε θέση να αποχωρήσει μόνος, παρακαλείσθε να έρθετε να τον παραλάβετε…
Τούτα σκεφτόμουνα, όταν τυχαία συναντησα τον ιερέα της ενορίας μου. Πάτερ είπα, είναι πράγματα αυτά; και διαμαρτυρήθηκα έντονα. «Θοδωρή μου, είπε με νωχελική γλυκύτητα, δεν αντίκειται στα πιστεύω της εκκλησίας μας. Εν αναμονή της μεγάλης έγερσης, η εκκλησία μας χαρίζει στα τέκνα της μια δεύτερη ευκαιρία. Να βγουν ( δεν είπε να δούν) στον ήλιο μια ακόμη φορά μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Πολύ αργεί και φοβάμαι θα έχουμε γεγονότα εκεί κάτω». Έφυγα να συλλογίζομαι τη νέα εκδοχή…
Δεν έχω παραστεί σε εκταφή. Έχω συνταξιδεύσει με εκταφέντα. Πηγαίνοντας Πάσχα ή Αύγουστο στην Κρήτη με την οικογένειά μου, στο σαλόνι του πλοίου συναντήσαμε τυχαία τη Λίτσα. Μαζί της είχε τη βαλίτσα της και ένα σακκίδιο. Μετά τα τυπικά, τι κάνει, τι κάνουν τα παιδιά έφτασε η κουβέντα και στο μακαρίτη. Η Λίτσα κοίταξε με νόημα το σακκίδιο. Το κοίταξα κι εγώ. « Ο Αντρέας;» ρώτησα «Ναι» ένευσε. Και , ανάβοντας τσιγάρο, σταύρωσε χαμηλά στους αστραγάλους τα πόδια πάνω στον Αντρέα. Εκείνος δεν έβγαλε άχνα, όπως κι όταν ζούσε. Θυμήθηκα τότε τα μικρά μαρμάρινα «οστεοφυλάκια», από τις δυο πλευρές των διαδρόμων στα κοιμητήρια, κάπου δεκαπέντε επί δέκα εκατοστά, ίσα που χωράει το όνομα, μάλλον άδεια είναι. Άδεια ξεχασμένα κι αζήτητα. Κι ακόμη θυμήθηκα , πως για τις ανάγκες σε κάποιο μάθημα της ιατρικής οι φοιτητές πηγαίνουν και «δανείζονται» σκελετούς, με την υποχρέωση να τον επιστρέψουν , όταν κι εφόσον περάσουν το μάθημα. Ήταν τότε που δανειστήκαμε και φέραμε σπίτι κάποιον συμπολίτη μας, καφέ και μες τα χώματα, ο Θεός ξέρει από πότε είχε να πλυθεί. Βάλαμε μια μεγάλη κατσαρόλα παλιά που μετά την πετάξαμε ( που να φτιάξεις φακές ή σούπα κι άντε την έφτιαξες , την τρώς;). νερό χλωρίνη, απορρυπαντικό και να μην τα πολυλογώ έγινε ο άνθρωπος λαμπίκο. Δεν ξέρω πόσο καιρό έμεινε μαζί μας. Σε κάθε μετακόμιση, εμείς αλλάζαμε σπίτι κι εκείνος πατάρι. Σε κάποια μετακόμιση, τον ξεχάσαμε. Τον αναζητήσαμε, σπάσαμε το κεφάλι να θυμηθούμε που μπορεί να παράπεσε, αδύνατο. Παραιτηθήκαμε από την προσπάθεια κι ούτε που ξανακούσαμε νέα του.
Αυτά σκεφτόμουνα, όταν η κόρη μου «θύμησε». «Χοντρούλη, τριάντα ο μήνας σήμερα, χρόνια πολλά. Να τα ‘κατοστήσεις. Θα μας βγάλεις έξω;». « να σας βγάλω είπα, αφού δεν έβγαλαν εμένα από κεί που θα ‘μουνα». Ξέχασα να πω πως σε οικογενειακό επίπεδο θεωρούν πια γενέθλια τη μέρα που ξαναγενήθηκα……
Αθήνα 30.09. 2011
Δημοσίευση σχολίου